Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Γυναίκες Που Αγάπησαν...



Ζείς μαζί του και είσαι ευτυχισμένη. Πετάς στα σύννεφα, στο κάθε δευτερόλεπτο μαζί του. Νιώθεις τί θέλει να σου πει, πριν καν σου το εκφράσει με κουβέντες...απλά κοιτάζοντας μες τα δυο του μάτια. Αγαπάς. Αγαπάς σαν να΄ναι η πρώτη φορά και η μοναδική. Είσαι έτοιμη να θυσιάσεις ό,τι κι αν σου ζητήσει, για χάρη του, για να είναι καλά εκείνος, και να είστε καλύτερα και οι δυο σας σ΄αυτή τη σχέση. Δίνεσαι σ'εκείνον, με όλο σου το είναι. Όλα είναι καλά, όταν οι δυο σας είστε καλά...

Δε γίνεται όμως πάντα να πηγαίνουν όλα καλά... Υπάρχουν και στιγμές, που, είτε το θέλεις είτε όχι, δε θα είναι όλα τέλεια. Ίσως και για ασήμαντους λόγους. Ίσως πάλι, και για σοβαρούς λόγους, που κατέληξαν σοβαροί, ξεκινώντας απο κάτι ασήμαντο, κάτι μικρό. Και χάνεις τη γη κάτω απ' τα πόδια σου. Νιώθεις....μάλλον, δε νιώθεις... δε νιώθεις τίποτα, δε θέλεις να νιώσεις τίποτα. Γιατί ξαφνικά αισθάνεσαι "μόνη", "μισή", "άδεια"... Θέλεις να δείχνεις δυνατή, κι ας πονάς. Γι'αυτό και προτάσσεις μπροστά τον εγωισμό σου και την άρνηση ως μηχανισμους άμυνας. Ως πότε όμως; Ώσπου να ξεσπάσει κι εκείνος. Τότε είτε το θες είτε όχι, εκτός από "μόνη" "μισή" και "άδεια", νιώθεις και "αδύναμη"... Και αυτό είναι το χειρότερο σημείο.. Γιατί σκέφτεσαι: Για να ξεσπάει εκείνος, το στήριγμά σου, αυτός που είναι πάντα δυνατός και για τον ίδιο αλλά και για σένα, εσύ, τι πρέπει να κάνεις δηλαδή;;... Και ξεσπάς. Απο'κει που στεκόσουν σαν παγωμένη και απρόσιτη συναισθηματικα, έπαθες αυτό που προσπαθούσες να αποφύγεις απο την αρχή: Κατέρρευσες...

Και από εκείνη τη στιγμή τα δάκρυα δε σταματάνε να κυλάνε, θυμώνεις μαζί του που με το φέρσιμό του σε έκανε να τρομάξεις αντικρύζοντας έναν "ξένο" , θυμώνεις με σένα που δε στάθηκες αρκετά ικανή να δείξεις δυνατή και να συγκρατήσεις τα συναισθήματά σου. Και κλαίς. Με λυγμούς. Κι εκείνος, τρομάζει βλέποντάς σε σ'αυτή την κατάσταση, και σε πλησιάζει για να ηρεμήσεις. Ίσως και να σκέφτεται εκείνη τη στιγμή "τί έκανα"... Ίσως και όχι... Και σε πλησιάζει για να σ΄αγκαλιάσει, αλλά εσύ, τρομαγμένη απ τη συμπεριφορά του, τον σπρώχνεις. Κι εκείνος σε κρατάει για να μη φύγεις μακριά. Αδύναμη να τον διώξεις, (τον αγαπάς, γαμώτο, τον αγαπάς) μένεις εκεί και κλαίς στα χέρια του. Και οι σκέψεις τρέχουν σαν χείμαρρος στο μυαλό σου. Λέξεις. Που εκφράζουν το πως νιώθεις. Και συνεχίζεις να κλαις. Νομίζεις ότι άνοιξες ξαφνικά τη "βρύση" των ματιών σου, και δεν μπορείς να την κλείσεις...με κανέναν τρόπο.

Νιώθεις την ανάγκη να γίνεις ψυχρη και απόμακρη, για να του δείξεις αυτό που δε μπορεις να του πεις με λόγια: "Κοίτα τί μου έκανες..!" . Λέξεις που σου ξεστόμισε ίσως άθελά του, πάνω στα νεύρα του, σου βασανίζουν ακόμα το μυαλό... : "ίσως έπρεπε να προσφέρω λιγότερα...ίσως δεν έπρεπε να σου δώσω τόσα πολλά...λάθος μου" . Δηλαδή δεν αξίζεις τίποτα; Δηλαδή δεν προσφέρεις εσύ τίποτα; Δηλαδή τί;;... Τώρα, σε κρατάει και σου ζητά συγγνώμη, μα μάταια. Μπορεί να του λες οτι τον συγχωρείς, αλλά δε μπορείς να ξεχάσεις... Γιατί, μια γυναίκα ποτέ δεν ξεχνά. Δεν ξεχνά τα καλά, πόσο μάλλον τα άσχημα. Ποτέ. Και σου λέει πόσο σ'αγαπά και σε χρειάζεται, το ξέρεις, και ξέρεις ότι νιώθεις κι εσύ το ίδιο, όμως εκείνη τη στιγμή είσαι σαν ένα τρομαγμένο κουτάβι, κουρνιασμένο στην αγκαλιά εκείνου που το "χτύπησε". Σαν χαμένη, δεν ξέρεις τι να κάνεις, τι να πείς, πως ν'αντιδράσεις. Και μένεις εκεί. Σκέφτεσαι οτι τον μισείς και ταυτόχρονα οτι τον λατρεύεις. Οτι θες να τον σπρώξεις κ να τρέξεις μακριά του και ταυτόχρονα οτι δε θες να σ' αφήσει ποτέ. Όμως πονάς. Για τα λόγια που σου είπε. Και ξέρεις οτι θα περάσει λίγος καιρός μεχρι να αρχίσεις να νιώθεις πάλι καλά. Το ξέρεις.. Όπως ξέρεις επίσης ότι τον αγαπάς και δε μπορείς χωρίς εκείνον. Οπότε, ακόμα κι αν σε πόνεσε, για χάρη του, θα συμφωνήσεις με τον εαυτό σου οτι πρέπει να το ξεπεράσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Για να είστε και πάλι καλά. Μαζί. Γιατί έτσι αγαπάνε οι γυναίκες.....


Λουιζα


Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

ΔΕΙΤΕ ΘΕΤΙΚΑ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΗΤΑ..!


Κρατήστε ένα κομμάτι ηρεμίας. Μόνο για εσάς. Συγκεντρωθείτε στη σιωπή. Όταν έρθει, φανταστείτε τον ήχο της... Και μετά, βρείτε έναν τρόπο να κουβαλάτε τη σιωπή όπου κι αν βρίσκεστε! Θετική σκέψη, φίλοι μου, θετική σκεψη!

Σπαταλήστε λίγο χρόνο... Οί σκληρά εργαζόμενοι δεν αφιερώνουν σχεδόν ποτέ χρόνο για χαλαρές δραστηριότητες, δυστυχως. Κι όμως, οποιοδήποτε τέτοιο διάλειμμα μπορεί να έχει διπλό κέρδος!

Επιλέξτε τη σωστή παρέα... Όταν συναναστρεφόμαστε ανθρώπους με στρες, τότε θα αποκτήσουμε κι εμείς οι ίδιοι στρες. Αν όμως βρεθούμε κοντά σε ήρεμους ανθρώπους, η ζεν διάθεση θα μεταδοθεί και σε μας!

Ακούστε την ανάσα σας... Παρακολουθήστε την. Μετρήστε την. Χρονομετρήστε τον αέρα που μπαίνει και βγαίνει απο μέσα σας... Βοηθά στο να ηρεμεί η ψυχή, όταν χρειάζεται!

Διακοσμήστε ένα μπόλ με φρούτα. Όσο πιο όμορφο το φτιάξετε, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η λαχτάρα για να το φάτε. Έτσι, θα αποφύγετε και τον πειρασμό των σνακ. Όταν τρώτε πολλά φρούτα, χαλαρώνετε κιόλας...


Αγνοήστε μικροπροβλήματα και ανούσια θέματα. Ο μόνος τρόπος να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας είναι να μην χαραμίζετε τον ύπνο σας για λεπτομέρειες... Όλα τα θέματα που προκύπτουν μέσα στη μέρα είναι μικρά. τη νύχτα γίνονται αόρατα...

Ξεκινήστε ό,τι έχετε προγραμματίσει να κάνετε σήμερα αλλα και κάθε μέρα 10 λεπτά νωρίτερα. Όχι μόνο θα γλιτώσετε το άγχος, αλλά, αν όλα πάνε καλά, θα έχετε και ένα δεκάλεπτο μέχρι το επόμενο πρότζεκτ της ημέρας!

Αρχίστε να ανησυχείτε όταν έρθει η στιγμή. Τις περισσότερες φορές ανησυχούμε για πράγματα που θα γίνουν στο μέλλον. Κυρίως εκείνα που τελικά δεν θα γίνουν ποτέ. Επικεντρωθείτε στο τώρα, και το αύριο θα έρθει απο μόνο του...


Φοράτε άνετα παπούτσια. Ένας ρεφλεξολόγος θα σας πει ότι η αληθινή χαλάρωση ξεκινάει από τα άκρα. Επενδύστε σε παπούτσια που σας κάνουν να νιώθετε σαν να είστε ξυπόλυτοι!

Βουρτσίστε τα μαλλιά σας ή χτενίστε τα μαλλιά κάποιου άλλου. Θα δείτε ότι, όσο πιο σχολαστικά, αργά και μεθοδικά κάνετε τη διαδικασία, τόσο μεγαλύτερη ικανοποίηση θα νιώσετε.

Θυμηθείτε ότι είστε άνθρωπος. Αφήστε τους άλλους να το παίζουν τέλειοι. Να είναι υπέροχοι. Να είστε χαρούμενοι με αυτό που είστε. Αποδεχτείτε την εικόνα σας κι όλα θα είναι καλύτερα...

Πάρτε μαθήματα από τα παιδιά σας... Μαθήματα ηρεμίας, κυρίως. Παρατηρήστε πώς ζουν την κάθε στιγμή, πώς την απολαμβάνουν, πώς ζουν για τη στιγμή της στιγμής... Αντιγράψτε τα, και μπορεί και να τους μοιάσετε...

Κλέψτε 30 δευτερόλεπτα! Όταν είστε σε ένταση, πηγαίνετε κάπου ήσυχα... Ακόμη και στο μπάνιο. Αφιερώστε 30 δευτερόλεπτα για να τακτοποιήσετε τις σκέψεις σας. Δείτε πώς μπορείτε να χαλαρώσετε... Ο χρόνος σας αρχίζει απο τώρα...!

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΒΙΟΛΙ




Αγαπούσε έναν άνθρωπο που δεν ήξερε καν! Ήταν πολύ παράξενο… Επί τρεις μήνες, κάθε νύχτα και διαφορετικό όνειρο, με το ίδιο όμως άγνωστο πρόσωπο, που τη γέμιζε αγάπη και σιγουριά...Κάθε νύχτα, τον συναντούσε στην φαντασία της και ζούσε μαζί του μια δεύτερη πραγματικότητα, ένα όνειρο μέσα στο όνειρο.
Ποτέ δεν είχε ενδιαφερθεί να ρωτήσει τ΄ όνομά του. Το μόνο που συγκρατούσε ήταν αυτό το γλυκό και συνάμα ήρεμο βλέμμα του ανθρώπου, που, στην ουσία, ήξερε ότι δεν υπήρχε στην πραγματικότητα. Αυτά τα μάτια, το ζεστό και συνάμα οικείο χαμόγελο, τα λόγια που της έλεγε… Την έκαναν να θέλει να ¨κοιμάται αιώνια¨, ναι, αυτή ήταν η ευχή που έγραφε κάθε πρωί στο ημερολόγιό της!
«Αχ! Ας μπορούσα να τον κάνω να ζωντανεύσει…! Μακάρι να γινόταν αληθινό αυτό το όνειρο! Μακάρι να υπήρχε στ΄ αλήθεια, ναι, το πιστεύω πως υπάρχει! Αν είναι όμως να μην τον συναντήσω ποτέ, ας κοιμάμαι αιώνια, μόνο και μόνο για να είμαι κοντά του!...»
Κάθε νύχτα μοιραζόταν μαζί του καταστάσεις που ζούσε κατά τη διάρκεια της ημέρας και την είχαν πικράνει, ή άλλες χαρούμενες που ήθελε να του εξομολογηθεί.
Γι΄ αυτήν, το πρόσωπο αυτό είχε γίνει κάτι σαν φύλακας-Άγγελος, αφού πάντοτε έβρισκε τρόπο να την παρηγορήσει, να την κάνει να χαρεί, και πάντα, της έλεγε πως θα είναι κοντά της όταν τον χρειάζεται, αρκεί να κλείσει τα μάτια και να τον σκεφτεί.

Οι μέρες περνούσαν, εκείνη κάθε πρωί ξυπνούσε χαρούμενη, αφού κάθε βράδυ ζούσε μια παράξενη πραγματικότητα… Αν και στο σπίτι της είχε αρκετά προβλήματα, είχε μάθει πλέον να είναι πιο δυνατή και να βλέπει τα πάντα διαφορετικά, με περισσότερη αισιοδοξία.
Το μόνο που θα μπορούσε κανείς να πει πως την στενοχωρούσε κάπως περισσότερο απ΄ όλα τ΄ άλλα, ήταν ότι οι τρεις φίλες της που κάποτε ήταν πολύ δεμένες μεταξύ τους, δεν την καταλάβαιναν και την αποκαλούσαν φαντασιόπληκτη και τρελή.
Όταν τον ¨συναντούσε¨ τις νύχτες, του έλεγε πόσο πονούσε γι΄ αυτό, κι εκείνος την παρηγορούσε και μετά την πήγαινε μ΄ έναν δικό του, μαγικό τρόπο, στο πιο όμορφο τοπίο του κόσμου, που ανθρώπινη φαντασία δεν μπορούσε να ονειρευτεί η να πλάσει ομορφότερο.
Εκεί τα βράχια στέκονταν άγρια και φθαρμένα από το πέρασμα των χρόνων, καθώς επίσης η θάλασσα έριχνε με ορμή τα κύματά της πάνω τους. Την ώρα όμως που ο ήλιος χανόταν στον πορτοκαλί ορίζοντα, τα πάντα ηρεμούσαν... Το τοπίο έμοιαζε σαν να ήταν βγαλμένο από παραμύθι. Και μέσα στην γαλήνη της φύσης, η τρυφερή του αγκαλιά ήταν γι΄ αυτήν το αντίδοτο που χρειαζόταν. Και έτσι σιωπηλοί παρακολουθούσαν τον ερχομό της νύχτας, που της γαλήνευε την καρδιά.
Με τον καιρό, άρχισε να νιώθει ερωτευμένη με το γέννημα της ίδιας της της φαντασίας... Άρχισε ακόμα και η ίδια να σκέφτεται αυτά που της έλεγαν οι φίλες της...μήπως είχαν δίκιο και πραγματικά τρελαινόταν;...

Ο καιρός περνούσε. Αυτή η σκέψη όμως συνέχιζε να της βασανίζει σιωπηλά το μυαλό.

Κάποια μέρα, γυρίζοντας απ΄ το σχολείο, βρήκε ένα σημείωμα στο τραπέζι του σπιτιού της. Το είχε αφήσει ο πατέρας της. «Έχουμε πάει με τη μητέρα σας στο νοσοκομείο. Μην ανησυχείτε, δεν συμβαίνει τίποτε κακό. Να είστε φρόνιμες! Και μην ξεχάσεις στις τέσσερις να πας την αδελφή σου στο μάθημα του βιολιού. Φιλιά! Μπαμπάς, μαμά».
Η μητέρα της κατά καιρούς πήγαινε στο νοσοκομείο γιατί είχε πρόβλημα υγείας και έκανε κάποιες εξετάσεις.
Η ώρα ήταν δύο, κι έτσι, αφού υπήρχε λίγος χρόνος, είπε στην μικρή της αδελφή να κάνει εξάσκηση στο βιολί, κι εκείνη ξάπλωσε να ξεκουραστεί ακούγοντας τις μελωδικές νότες. Τα βλέφαρά της βάραιναν, ώσπου τελικά αποκοιμήθηκε.

Ήταν πάλι μ΄ Εκείνον. Τι όμορφος που ήταν! Βρισκόταν σ΄ ένα μεγάλο δρόμο και τριγύρω σπίτια πανέμορφα, αρχοντικά, με καταπράσινους κήπους και λουλούδια όλων των λογιών. Ο δρόμος ήταν έρημος κι Εκείνος με γυρισμένη την πλάτη του φάνταζε ακόμα πιο ψηλός απ’ ότι ήταν.
Απότομα, γύρισε και την κοίταξε. Το βλέμμα του όμως ήταν σκοτεινό. Κάτι τον βασάνιζε και εκείνη ήταν εκεί, απέναντί του, ανήμπορη να τον βοηθήσει.
Πρώτη φορά ένιωθε έτσι κοντά του... Λες και τα πόδια της ήταν καρφωμένα στον δρόμο, λες και κάτι κακό συνέβαινε κι εκείνη δε μπορούσε ν’ αντιδράσει. Τον κοίταζε στα μάτια και δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά.
Εκείνος την αγκάλιασε και την έσφιξε τόσο δυνατά σαν να προσπαθούσε να την προστατέψει από μια αόρατη απειλή, και έτσι ξαφνικά όπως την αγκάλιασε το ίδιο ξαφνικά την απομάκρυνε από κοντά του. Με τον δικό του μαγικό τρόπο εμφάνισε στο χέρι του ένα πανέμορφο κατακόκκινο τριαντάφυλλο, και τέντωσε το χέρι του, σαν να ήθελε να της το προσφέρει...Εκείνη, σοκαρισμένη ακόμα από αυτή την απότομη αλλαγή της συμπεριφοράς του, άπλωσε το χέρι της χαμογελώντας δειλά να το πάρει.
«Καμιά φορά τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Τ΄ αγκάθια του μπορεί να σου ματώσουν το χέρι αν δεν προσέξεις, και ταυτόχρονα την ψυχή τη δική σου και των ανθρώπων γύρω σου. Όμορφο και ευάλωτο, μα συνάμα δυνατό...Πρέπει να φύγεις!», της είπε, κι εκείνη διέκρινε στα λόγια του πόνο και ανησυχία.
Τινάχτηκε και ξύπνησε τόσο απότομα που τρόμαξε την μικρή της αδελφή η οποία ερχόταν να της υπενθυμίσει ότι έπρεπε να την πάει στο μάθημα.
Είχε ντυθεί μ΄ ένα ροζ μπλουζάκι και άσπρη φούστα και φορούσε τα καινούργια λευκά πέδιλα που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά της. Την βοήθησε να μαζέψει ψηλά τα μαλλιά της και της τα έπιασε με μια ροζ κορδέλα.
«Αχ, είναι πολύ όμορφη η μικρούλα!» σκέφτηκε και της χαμογέλασε.

Πήραν τα κλειδιά και το βιολί και βγήκαν από το σπίτι. Ευτυχώς το Ωδείο ήταν κοντά στο σπίτι και είχαν ακόμη αρκετή ώρα, οπότε δεν βιάζονταν.
Πέρασαν τον κεντρικό δρόμο σιγομουρμουρίζοντας το κομμάτι που θα έπαιζε η μικρή στον δάσκαλο…
«Πού είναι το βιολί σου;» της είπε ξαφνικά όταν ήδη είχαν διανύσει την μισή απόσταση, και η μικρούλα θυμήθηκε ότι για να σφίξει τα πέδιλά της είχε ακουμπήσει το βιολί έξω απ΄ την πόρτα του σπιτιού, και ύστερα κυνηγώντας μια γατούλα στην αυλή ξεχάστηκε και δεν το πήρε! Πήγε να βάλει τα κλάματα...
«Μην αρχίσεις να κλαις τώρα! Δεν φταίω εγώ που ξέχασες το βιολί σου! Θα γυρίσουμε να το πάρουμε. Όποιος δεν έχει μυαλό που λένε, έχει πόδια!».
«Δεν θέλω να ξαναγυρίσω! Έχω κουραστεί! Να σε περιμένω εδώ;…».
«Εντάξει, θα τρέξω να το φέρω εγώ, έτσι δεν θα καθυστερήσουμε πολύ. Εσύ όμως, θα μείνεις ακριβώς εδώ και δεν θα το κουνήσεις μέχρι να γυρίσω! Έτσι;». Και αφού συμφώνησαν έφυγε τρέχοντας για το σπίτι…

Όμως δεν πέρασαν λίγα λεπτά και η μικρούλα άρχισε να ¨εξερευνεί¨ τον χώρο γύρω της. Γεμάτη περιέργεια άρχισε να τριγυρίζει στα κοντινά στενάκια. Ήταν η πρώτη φορά που έμενε μόνη της έξω απ’ το σπίτι, μιας και ήταν ακόμα πολύ μικρή και οι γονείς της δεν της το επέτρεπαν. Ώσπου σε κάποιο παράδρομο που οδηγούσε σε αδιέξοδο, είδε στο βάθος ένα
εγκαταλελειμμένο σπίτι, κυκλωμένο από έναν μαύρο και σάπιο -απ΄ το πέρασμα του χρόνου- ξύλινο φράχτη.
Στο βάθος του κήπου, ο οποίος ήταν γεμάτος αγριόχορτα, ξεχώριζε μια μεγάλη άγρια τριανταφυλλιά, που στεκόταν υπερήφανα φορτωμένη με μεγάλα και κατακόκκινα άγρια τριαντάφυλλα.

Η βασιλική τριανταφυλλιά ήταν το στολίδι του απαρατήρητου αυτού κήπου.
Η μικρή, χωρίς κανένα φόβο, άνοιξε το κατεστραμμένο πορτάκι του φράχτη, και παραμερίζοντας τα ψηλά αγριόχορτα έφτασε στην βασιλική αγριοτριανταφυλλιά… Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και έκοψε ένα πανέμορφο ανθισμένο ρόδο που μοσχοβολούσε!
Γεμάτη καμάρι για το κατόρθωμα αυτό, βγήκε απ΄ τον κήπο, κοίταξε στις παλάμες το όμορφο ευωδιαστό λουλούδι και χαμογέλασε.
«Θα το δώσω στην αδελφή μου!» σκέφτηκε.
Αυτή η σκέψη όμως της θύμισε ότι είχε υποσχεθεί στην αδελφή πως δεν θα έφευγε από εκεί που την είχε αφήσει, και σφίγγοντας το τριαντάφυλλο στο στήθος της άρχισε να τρέχει προς το σημείο απ’ όπου είχε πρωτοξεκινήσει.

Βγαίνοντας απ΄ τον παράδρομο, είδε την αδελφή της απέναντι από τον κεντρικό δρόμο να κρατά το βιολί, και να ψάχνει με το βλέμμα της ανήσυχα να τη βρει.
Ο ενθουσιασμός της ήταν μεγάλος, που, δείχνοντάς της το μεγάλο κόκκινο τριαντάφυλλο, άρχισε να τρέχει προς το μέρος της για να της το δώσει.
«Μη...!!!», ακούστηκε η φωνή της αδελφής της από τον απέναντι δρόμο.
Όμως η μικρούλα αγνόησε την προειδοποίησή της πάνω στην λαχτάρα της να της δώσει το πανέμορφο λουλούδι, και την ώρα που περνούσε τον δρόμο, δεν είδε ένα φορτηγάκι που πλησίαζε με μεγάλη ταχύτητα...
Ξαφνικά ακούστηκε ένα δυνατό φρενάρισμα και μετά ησυχία…
Σε κλάσματα δευτερολέπτου όλα είχαν χαθεί! Την είχε χτυπήσει το φορτηγάκι...
Και στο απέναντι πεζοδρόμιο, η αδελφή της, έχοντας παρακολουθήσει όλο το συμβάν, κάτασπρη και παγωμένη σαν άγαλμα… Και στα πόδια της, η θήκη, ανοιχτή, και το βιολί σπασμένο.

Κόσμος είχε μαζευτεί στο δρόμο γύρω απ΄ το άψυχο κορμάκι της αδελφούλας της, κι εκείνη ακόμα δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει αν αυτό που ζούσε ήταν η πραγματικότητα ή ένας τρομερός εφιάλτης, που από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνούσε.
To σοκ ήταν μεγάλο… Είχε μείνει ακίνητη χωρίς να μπορεί να βγάλει μιλιά. Μόνο δάκρυα κυλούσαν από τα δυο μεγάλα της μάτια μουσκεύοντας τα μάγουλά της, πέφτοντας καταγής, πάνω στο κόκκινο ρόδο που με τη σύγκρουση πετάχτηκε από τα χέρια της άτυχης μικρής....
Το βλέμμα της όμως ακόμα καρφωμένο στο άψυχο σωματάκι της αδελφούλας της.

Άρχισαν τότε να περνάνε από μπροστά της εικόνες από το τελευταίο της όνειρο, που είχε δει μ΄ Εκείνον, και δεν είχε καταλάβει…
Εκείνος της είχε δώσει οιωνό, όμως δεν είχε καταφέρει να τον αντιληφθεί. Ζαλισμένη από τις σκέψεις, τρέμοντας από το φόβο και την ταραχή, και με καρδιά έτοιμη να σπάσει, έπεσε λιπόθυμη στο πεζοδρόμιο. Αυτό ήταν και το τελευταίο πράγμα που θυμόταν.

Όταν άνοιξε τα μάτια της βρισκόταν στην γνωστή ακρογιαλιά. Ήταν η ώρα που βασίλευε ο ήλιος, και όλα γαλήνευαν.
Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά στην άμμο, κατευθυνόμενη στους βράχους που πάντα την περίμενε Εκείνος.
Νόμιζε πως θα της έλεγε πως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο. Ένα κακό όνειρο. Ένα ψέμα.
Όταν έφτασε όμως κοντά στα βράχια και παρατήρησε καλύτερα τη μορφή του, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ο νέος που συνήθιζε να βλέπει στα όνειρά της, αλλά ένας κουρασμένος, ταλαιπωρημένος γέρος άνθρωπος...
Πλησίασε πιο κοντά και κοιτάζοντάς τον τα μάτια, κατάλαβε από το βλέμμα του ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο που έβλεπε τόσο καιρό στα όνειρά της.
«Δεν έχουμε και πολύ χρόνο», της είπε, «σε λίγα λεπτά θα σε επαναφέρουν στη ζωή. Θυμάσαι τι έγινε;»

Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα αυτή τη στιγμή. Αν και βαθιά μέσα της ένιωθε για κάποιο άγνωστο λόγο φόβο, δεν μπορούσε ή και δεν ήθελε να θυμηθεί το γιατί! Τώρα εκεί της φαίνονταν τόσο όμορφα όλα!
«Ό,τι έζησες ήταν αλήθεια και όχι γέννημα της φαντασίας σου... Και σήμερα είναι η τελευταία φορά που με βλέπεις και γι΄ αυτό θέλω να φανείς δυνατή» της είπε και κράτησε τα παγωμένα της χέρια μέσα στα δικά του, ενώ δυο δάκρυα κύλησαν απ΄ τα θολά του μάτια…
Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον έβλεπε να κλαίει.

Λίγο πριν δύσει ο ήλιος της έδωσε έναν φάκελο και της είπε να μην τον ανοίξει ακόμα. Τη φίλησε στο μέτωπο και ξαφνικά δύο τεράστια κατάλευκα φτερά εμφανίστηκαν στην πλάτη του... Και πέταξε ψηλά στον ουρανό... Από εκεί ψηλά της είπε κοιτάζοντάς την τώρα με γαλήνιο βλέμμα: «Να μην ξεχνάς ότι εγώ θα είμαι κοντά σου, πάντοτε, όταν θα με χρειάζεσαι...Πάντα κοντά σου στη σκέψη σου!» Και στέλνοντάς της από μακριά το φιλί του αποχαιρετισμού, γνέφοντάς της το τελευταίο αντίο, εξαφανίστηκε απ’ τον πορτοκαλοκόκκινο ουρανό.

...Άνοιξε τα μάτια της.
Την είχαν ήδη βγάλει απ΄ το χειρουργείο και την είχαν στην εντατική μέχρι να συνέλθει.
Κοίταξε τα χέρια της που είχαν σωληνάκια. Το σώμα της, ιδέταιρα στο σημείο της καρδιάς, συνδεδεμένο με μηχανήματα.
«Μας τρόμαξες μικρή μου, αλλά όλα πέρασαν πια». Ήταν η μορφή ενός γιατρού που είχε σκύψει από πάνω της και την εξέταζε.
Πιο ΄κεί, οι γονείς της αγκαλιασμένοι, γεμάτοι αγωνία περίμεναν τη διάγνωση του γιατρού.
Όταν τα μάτια της συνάντησαν τα δικά τους, εκείνοι της χαμογέλασαν, αν και τα μάτια τους ήταν σκοτεινά και λυπημένα.
Η μητέρα της την πλησίασε και τη φίλησε στο μέτωπο και κλαίγοντας έλεγε: «Δόξα τω Θεώ τα κατάφερες!... Τουλάχιστον εσύ τα κατάφερες....».
Ήξερε τι εννοούσε η μητέρα της, και ο πόνος της ήταν μεγάλος που δεν μπορούσε να διορθώσει το λάθος της και να φέρει την αδελφή της πίσω...
Την επόμενη μέρα έμαθε ότι ήταν η κηδεία της αδελφής της, όμως εκείνη δεν μπορούσε να είναι παρούσα στο τελευταίο «αντίο»! Δάκρυα άλλα δεν της είχαν μείνει πια. Είχαν στερέψει.
Τότε, θυμήθηκε τι της είχε πει Εκείνος στην τελευταία τους συνάντηση. Θυμήθηκε και τον φάκελο που της είχε βάλει στην τσέπη. Φώναξε μια νοσοκόμα και της είπε να ψάξει στα ρούχα της και να της φέρει έναν φάκελο που θα βρει.
Η αγωνία της ήταν μεγάλη, και προς μεγάλη της έκπληξη, η νοσοκόμα πλησίαζε κρατώντας στα χέρια της έναν λευκό φάκελο!! Τεντώνοντας το χέρι προς το μέρος της τον πήρε και τον κράτησε...

Με τρεμάμενα χέρια τον κοίταζε επί ώρα και ύστερα πήρε την απόφαση γεμάτη αγωνία να τον ανοίξει. Σοκαρίστηκε όταν κατάλαβε ότι τα γράμματα ήταν της μικρής της αδελφής...
Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει, πίστευε ότι κάποιος της έκανε πλάκα!
Παρ’ όλες τις σκέψεις της, η περιέργεια ήταν μεγαλύτερη κι έτσι άρχισε να διαβάζει το γράμμα της αδελφούλας της που τώρα πια είχε γίνει αγγελάκι στον ουρανό...

« Πολυαγαπημένη μου αδελφή!
Δεν θέλω ν΄ ανησυχείς για μένα. Σε διαβεβαιώνω πως είμαι πολύ καλά εδώ…στον παράδεισο, όπως τον αποκαλεί Εκείνος!
Είναι πολύ όμορφα όλα. Μην απορείς γι΄ αυτό το γράμμα, εγώ το έγραψα με την πένα του Θεού! Ξέρεις, όλοι όταν ερχόμαστε εδώ στον παράδεισο, έχουμε το δικαίωμα μιας μόνο ευχής, φυσικά χωρίς να ξεπερνούμε τα όρια ούτε να έχουμε παράλογες επιθυμίες. Έτσι κι εγώ, αποφάσισα η ευχή μου να έχει να κάνει με σένα. Γι’ αυτό και το γράμμα αυτό μόνο εσύ μπορείς να το διαβάσεις…
Ήθελα να σου γράψω, για να μην στενοχωριέσαι κι ούτε να κλαις και να μαραζώνεις από τις τύψεις!
Δεν φταις εσύ για ό,τι συνέβη… Έτσι έπρεπε να γίνει κι έτσι έγινε.
Κι εμένα μου λείπεις πάρα πολύ, και η μαμά και ο μπαμπάς, δεν φαντάζεσαι πόσο! Όμως γνωρίζεις πως τα πράγματα δεν αλλάζουν.
Για Εκείνον, αδελφούλα μου, σε είχα πιστέψει απ’ την αρχή αν και δεν μου είχες πει τίποτα! Να, ξέρεις, είχα διαβάσει γι’ αυτόν στο ημερολόγιό σου κρυφά μια μέρα που έλειπες απ΄ το σπίτι. Ελπίζω να μη μου θυμώσεις τώρα που στο ομολόγησα!
Τώρα, είναι κοντά μου. Με προσέχει, και παράλληλα, προσεύχεται και για σένα!
Αχ αγαπημένη μου αδελφούλα! Η αλήθεια είναι ότι θα μου λείψεις πολύ!
Όταν επιστρέψεις πια σπίτι, στο δωμάτιό μας θα σε περιμένει ένα δώρο. Πάνω στο κρεβάτι σου σε περιμένει ένα κατακόκκινο βασιλικό ρόδο, σαν κι αυτό που ήθελα να σου δώσω κι εκείνη τη μέρα… Θέλω να το φυλάξεις, και να καταλάβεις πια ότι εσύ δεν έφταιγες σε τίποτα απ’ όσα έγιναν! Να ξέρεις πως εγώ κι Εκείνος πάντα θα σε προσέχουμε από εδώ ψηλά…
Σε παρακαλώ, δώσε την αγάπη μου στη μαμά και στον μπαμπά, και να τους αγαπάς και να τους προσέχεις διπλά, για μένα! Η μαμά να μη φοβάται, το πρόβλημα υγείας που έχει δεν θα την ταλαιπωρεί πια για πολύ. Και να μη στενοχωριέται άλλο πια για μένα!
Σας αγαπώ όλους, με όλη μου την καρδιά!
...Η μικρή σου αδελφούλα!»

Δίπλωσε το γράμμα και το έβαλε ξανά μέσα στον φάκελο. Τον έκλεισε, τον φίλησε, και τον κράτησε σφιχτά στο στήθος της… Έκλαψε πικρά! Έκλαψε τόσο, που ένιωσε την λύτρωση που είχε καιρό να νιώσει. Κοίταξε ψηλά κι ευχαρίστησε το Θεό που υπάρχει και προσέχει το μικρό της αγγελούδι.
Έμεινε για λίγο με τα μάτια κλειστά και άρχισε ν΄ ακούει μια γλυκιά μελωδία από βιολί…
Με την σκέψη της χάθηκε για λίγο απ΄ το παρόν και βρέθηκε ξανά στο γνωστό μέρος, στο γνωστό ηλιοβασίλεμα… Αυτή τη φορά ήταν με την μικρή της αγάπη!
Έτρεξε και με δάκρυα στα μάτια την αγκάλιασε και την κράτησε για κάμποση ώρα εκεί, μέσα στην αγκαλιά της. Λέγοντάς της ξανά και ξανά πόσο πολύ την αγαπούσε και πόσο άσχημα ένιωθε για ό,τι συνέβη. Εκείνη, την παρηγορούσε και της έλεγε λόγια όμορφα και γλυκά, ώσπου τους βρήκε το ηλιοβασίλεμα την μια χωμένη στην αγκαλιά της άλλης.
Και ξαφνικά, όταν ο ήλιος χάθηκε πίσω από την ήρεμη θάλασσα, αντί για την αδελφή της, στα δυο της χέρια τώρα είχε ένα μεγάλο κατακόκκινο βασιλικό τριαντάφυλλο, και δίπλα ένα σημείωμα: «Θα βρισκόμαστε κάθε νύχτα στα όνειρά σου…Να ξέρεις ότι πάντα θα σ’ αγαπώ… Αντίο!!»…
Το κράτησε στην αγκαλιά της, δάκρυσε, και το φίλησε γλυκά.
Ναι, είχε δίκιο ο άγγελός της. Η ζωή συνεχίζεται, κι εκείνη υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι θα ζούσε!...


Λουιζα