Ανοίγεις τα μάτια σου, και βρίσκεσαι σε ένα πανέμορφο τοπίο,
κάπου απομακρυσμένα...βροχερό τοπίο. Μια μεγάλη λίμνη στο κέντρο και τριγύρω
πανύψηλα, επιβλητικά βουνά παραδομένα
στη μυστικιστική θαλπωρή της ομίχλης, να σε συντροφεύουν. Η μυρωδιά της βροχής τόσο έντονη. Τόσο οικεία.
Δε σε νοιάζει που βρέχεσαι. Το επιδιώκεις. Είναι θείο δώρο η βροχή, είναι και η
κάθαρση των εσωστρεφών ανθρώπων. Σ' αυτή μπορούν να παραδώσουν τα δάκρυά τους δίχως
να τους νοιάζει μήπως τους δει κανείς.
Ο Χρόνος έγειρε να ξαποστάσει στην πλαγιά ενός βουνού και
αποκοιμήθηκε. Τίποτα δεν αλλάζει τώρα εκεί. Απλά κάθεσαι, ανασαίνεις, παρατηρείς,
γίνεσαι ένα με όλα. Και το μυαλό σου είναι έτοιμο να ανοίξει πανιά. Βλέποντας
τις χιλιάδες στάλες που κατεβαίνουν από τον ουρανό και ενώνονται με τη λίμνη,
θαρρείς πως κάποια άλλη λίμνη κάπου μακριά, σε κόσμους που ακόμα ανθρώπινος
νους δεν έχει φανταστεί, έσκασε σαν πυροτέχνημα, διαλύθηκε σε εκατομμύρια
σταγόνες, και ταξίδεψε στο χωροχρόνο να βρει το άλλο της μισό για να γίνει ένα
με αυτό. Και μόλις το βρήκε, ξεκίνησε να κατευθύνει όλα της τα κομμάτια με ορμή
καταπάνω του. Με πάθος, με λαχτάρα. Και με πόνο. Ένωση εραστών. Γλυκιά αναταραχή ο έρωτας, σαν ένα βροχερό τοπίο.
Και μετά από αυτή την απόλυτη στιγμή του όλα και του τίποτα, έρχεται με μια διστακτική μεγαλοπρέπεια η αγάπη. Όταν η καταιγίδα έχει πια κοπάσει και το τοπίο μυρίζει γαλήνη, οι δυο
λίμνες έχουν ήδη γίνει ένα. Η στάθμη του νερού έχει ανέβει, οι δυο ουσίες ως δημιουργοί έχουν μετουσιωθεί σε κάτι εξ'ολοκλήρου νέο, και η αναταραγμένη
επιφάνεια του νερού έχει ηρεμήσει. Ο Χρόνος ξύπνησε ξεκούραστος, έτοιμος να συνεχίσει τις περιπλανήσεις
του στα βουνά, και διέταξε την ομίχλη να γίνει σύννεφο...να πάει ψηλά, όσο πιο ψηλά μπορεί, για να του
δείξει το δρόμο προς την αγαπημένη του Αιωνιότητα.
Ο καθένας το ταξίδι του σ' αυτή τη ζωή.
Τώρα στην ήρεμη
λίμνη μπορείς να δεις καθαρά -και ξεκάθαρα- τον εαυτό σου με αγάπη. Δε θα μπορούσες αν δεν
είχε έρθει η καταιγίδα. Όχι επειδή δε θα ήταν ήρεμα τα νερά. Επειδή δε θα σε
είχε ταρακουνήσει κάτι. Κακό πράγμα η συνήθεια, δες πως έχει κάνει τους ανθρώπους. Κι αυτοί, με τη σειρά τους, είναι οι υπαίτιοι για το κακό όνομα που της έχει αποδοθεί: ρουτίνα. Γιατί αν δεν τέντωναν νωχελικά τα κουρασμένα τους κορμιά στη βολή της, τότε θα είχαν τη διάθεση και την παρατηρητικότητα να διακρίνουν ως και τις μικροσκοπικότερες αλλαγές.
Δεν θα χρειάζονταν τυφώνες ολάκεροι.
~Λ~

