Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Drowning butterflies.


             ...Πιεσμένη η κατάσταση. Να μην έχεις χρόνο ούτε για τις βασικές σου ανάγκες, και ανάμεσα σε αυτά τα λίγα λεπτά που ξεκλέβεις να ψάχνεις για αεροπορικά εισιτήρια. Για κάπου μακριά φυσικά. Χα. Ειρωνεία στη μούρη σου το ασυνείδητό σου. Μία εσύ; Δέκα αυτό.

-Που πάτε κυρία μου, ξεχάσατε τις υποχρεώσεις σας. Εσείς τις επιλέξατε άλλωστε. Μην μας το παίζετε ιστορία τώρα. Τι; Δεν κοιμάστε; Τι; Δεν τρέφεστε σωστά; Ζαλίζεστε; Πονάτε; Και ψάχνετε για αεροπορικά εισιτήρια; Μα φυσικά, τι πιο λογικό! Ξεχνάτε, κυρία μου, πως πάντα εδώ θα γυρνάτε. Τίποτα δεν εξαφανίζεται μαγικά αν το σπρώξουμε κάτω από το χαλάκι της εισόδου -ή της εξόδου, όπως αγαπάτε. Η πεταλούδα δεν πετάει με βρεγμένα φτερά, ακόμα να το μάθετε; Αναλάβετε επιτέλους τις ευθύνες σας, ενήλικη γυναίκα. Και μη σηκώσετε κεφάλι σε οποιαδήποτε κριτική, την αξίζετε φυσικά. Τι; Δεν είστε υπεράνθρωπος;...Υπεράνθρωπος; Σιγά τις απαιτήσεις που έχουμε από εσάς, κυρία μου!


                -Ακούστε με κι εμένα λίγο σας παρακαλώ. Θέλω να μιλήσω προς υπεράσπισή μου. Άνθρωπος είμαι και δη ενοχικός. Σταματήστε  να με φορτώνετε με παραπάνω σκοτούρες. Αφήστε με να φύγω. Αφού πάλι θα γυρίσω και θα τα βρω εδώ, προς τι η βιασύνη; Η βιασύνη μας μάρανε. Όλα θα γίνουν, όμως όλα θέλουν το χρόνο τους. Προσπαθώ να με ακούσω, μη μου το στερήσετε αυτό. 
Δείτε εσείς πώς καταντήσατε με τις ωτοασπίδες σας… 

                Παραδειγματιστείτε από τον άνεμο και το κυπαρίσσι. Φυσάει λίγο; Λυγίζει, κι έπειτα επανέρχεται στην θέση που μεγαλώνοντας επέλεξε να είναι, νιώθοντας και πάλι ζωντανό. Φυσάει πολύ; Λυγίζει, και παραμένει από συνήθεια στη λυγισμένη θέση του, θέση που του αποδόθηκε και υιοθέτησε στην προσπάθειά του να επιβιώσει. Φυσάει ακόμα περισσότερο; Θα σπάσει κύριοι... Θα σπάσει! 

                Δεν έχω έρθει σε αυτή τη ζωή, για να φύγω κάποια στιγμή κρατώντας τα κομμάτια μου στα χέρια μου. Αφήστε τα φτερά μου να στεγνώσουν, θέλω να πετάξω. Να δυναμώσω. Θα γυρίσω ξανά όπως είπατε, το γνωρίζω. Ε, και;





~Λ~




Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Χειμώνας.


Ο Χειμώνας είναι άνθρωπος. Άνθρωπος που δεν φοβάται το θάνατο γι’ αυτό τολμά και τον περιγελά, τυλίγοντας τον εαυτό του σε λευκό μανδύα χλευάζοντάς τον. Τον αψηφά φτάνοντας στα άκρα. Παίζει και με την τύχη του, όντας αυτοκαταστροφικός καμιά φορά.

Ο Χειμώνας είναι Θεός. Ο Θεός του ελέους και της λύτρωσης. Τον λατρεύουν άνθρωποι μελαγχολικοί, που ζουν μέσα του εν λευκώ. Τον τιμούν με πράξεις κι όχι με προσευχές. Τον καρτερούν υπομονετικά, γνωρίζοντας πως θα τους δείξει την έξοδο κινδύνου στο τέλος με την παρουσία του, μέσα τους και γύρω τους.

Ο Χειμώνας είναι παιδί. Ένα παιδί χωρίς γονείς. Ορφανό ή παρατημένο, δεν έχει σημασία. Ζει μοναχικά και επιβιώνει καθημερινά, αγνοώντας τις κριτικές κάποιων Καλοκαιριών που το θεωρούν καμένο χαρτί. Άσ’τους αυτούς, μη τους ακούς.  Αυτοί αγνοούν τους νόμους της φύσης. Ο πάγος δεν καίγεται, μόνο λιώνει. Και γίνεται δάκρυ και κυλά,  ποτίζοντας τη γη για να ανθίσει.  

Ο Χειμώνας είναι η έκφραση μιας ιδιόρρυθμης, απόλυτης ελευθερίας. Της ελευθερίας που επέρχεται μέσα από την απώλεια και τη σκληραγώγηση. Φυσική ή νοητική, όπως τη βιώνει ο καθένας. Είναι ένα μάθημα. Είναι η ενστάλαξη της τελειότερης χιονονιφάδας στον πυρήνα του πιο θλιμμένου μυαλού. Πλέον κυκλοφορεί στο αίμα σαν φυσικό συστατικό του σώματος χωρίς συναγερμούς, χωρίς να αποβάλλεται.

Ο Χειμώνας, ντύνεται με πανοπλίες από στρώματα ρούχων για να προστατεύσει αφ’ενός τα άτομα που αγαπά από τον ίδιο, και αφ’ ετέρου,  την απαλή σαν απάτητο χιόνι ψυχή του από όσους δεν έχουν μάθει στη ζωή τους να εκτιμούν και να ενσυναισθάνονται. Στέκεται εκεί, πανέμορφη λευκή Νεράιδα στις κρυφές περιοχές του εσωτερικού σου χιονισμένου κόσμου, που μέχρι κι εσύ μόνο από μακριά τη χαιρετάς με σεβασμό. Δεν την επέλεξε όμως τη μοναξιά. Κι ας λέει. Καταδικάστηκε σε αυτή. Τα δάκρυά της έχουν δημιουργήσει ένα λεπτό στρώμα πάγου γύρω της, όπου όποιος τολμήσει και το περπατήσει θα χαθεί σε ένα μαύρο κενό, βαθιά στην άβυσσο της ύπαρξής σου. Έτσι λένε οι μύθοι βέβαια. Γιατί δεν το τόλμησε ποτέ κανείς για να μάθει την αλήθεια. Ούτε κι εσύ ο ίδιος.

Ο Χειμώνας είναι ένας άνθρωπος, ένας Θεός, ένα παιδί που γνωρίζει πως το λευκό δε σηματοδοτεί το τέλος ή την άγνοια. Αυτά ισχυρίζονται μόνο όσοι δεν τολμούν να κάνουν το άλμα πίστης που τους πρέπει. Είναι ένα μάθημα. Δεν τρελαίνει το νου. Δεν φυλακίζει. Απελευθερώνει. Το λευκό του, γίνεται ο καμβάς δημιουργίας για τα μελλούμενα, με μοναδική προϋπόθεση πως ο δημιουργός θα έχει ανοίξει διάπλατα τις πόρτες του μυαλού του, εξορίζοντας μια για πάντα τους φόβους και τις επίγειες, φτηνές προσκολλήσεις του.  Και μ’ αυτή τη σκέψη, θα καταφέρει να επιβιώσει ως το τέλος της εποχής, είτε το καταφέρει στην πράξη είτε όχι. Αυτό είναι ελπίδα. Και ίσως κάποτε, να βρει το θάρρος  να τρέξει πάνω στο λεπτό στρώμα πάγου, να αγκαλιάσει την ψυχή του, τη Νεράιδα του, να γίνει ένα μ’ αυτή, και μαζί της να ανθίσει.

Ο Χειμώνας είναι μετάβαση. Είναι ένα απαραίτητο σκαλοπάτι, το προ-τελευταίο μιας ανοδικής σκάλας, που ανεβαίνεις καιρό. Μπροστά σου είναι μια πόρτα που μυρίζει Σπίτι. Στο χέρι σου είναι το αν θα πάρεις τα απαραίτητα μαθήματα από το σκαλοπάτι που στέκεσαι, και αν θα είσαι έτοιμος να μεταβείς στο πλατύσκαλο της νέας σου ζωής. Τι έχεις να χάσεις άλλωστε; Τίποτα. Ή θα κερδίσεις, ή θα πάρεις ακόμα ένα μάθημα για να συνεχίσεις τη ζωή σου. Γιατί θα τη συνεχίσεις.

Χειμώνας στην εξώπορτά μου. Πάω να του ανοίξω, να τον αφήσω να μπει. 
Είμαι έτοιμη και δεν θέλω να περιμένει. Ούτε εγώ.



Τα λέμε την Άνοιξη.





~Λ~