Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

-Απόσπασμα-


(...)

Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Ξημερώματα κι ακόμα να την πάρει ο ύπνος. Έσβησε τα φώτα, άνοιξε το ραδιόφωνο και ξάπλωσε. Καθώς κοιτούσε το αραχνοΰφαντο λευκό νυχτικό της, σκεφτόταν πώς θα ήταν αν ήταν ακόμα μαζί. Τι θα γινόταν αν δεν είχαν χωρίσει, αν δεν την είχε αφήσει μόνη. Αναμνήσεις έρχονταν συνεχώς και έπαιρναν ζωή στο μικρό θεατράκι του μυαλού της. Ξαφνικά το ραδιόφωνο διατάραξε τη σκέψη της. Λες και το ήξερε, έβαλε το τραγούδι τους. Αυτό που έπαιζε τη μοναδική φορά που έκαναν έρωτα, πραγματικό έρωτα, μετά από ένα διάστημα τριών ημερών που εκείνος είχε φύγει εκτός πόλης, για να σκεφτεί.

Η αλήθεια είναι πως τότε τον βασάνιζαν πολλά πράγματα, αλλά πιο πολύ από όλα φαίνεται πως τον βασάνιζε η σχέση τους. Γυρίζοντας της είχε πει ότι μέσα σε αυτό το διάστημα συνειδητοποίησε πως, η ζωή του θα έμοιαζε άδεια μακριά της. Όσο κι αν προσπαθούσε να το αποφύγει, οι μνήμες μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έγιναν ξανά ζωντανές εικόνες στο μυαλό της... Και ακούγοντας το τραγούδι τους, κύλησε ένα δάκρυ στο μάγουλό της, καίγοντας το μαξιλάρι από το τόσο ζεστό συναίσθημα που ήταν φορτωμένο. Χαμογέλασε νοσταλγικά. Θυμήθηκε τότε, την ημέρα που χώρισαν οριστικά. Έφερε στο μυαλό της τη στιγμή που εκείνη έκλαιγε από πόνο, και εκείνον να της σιγοτραγουδά το τραγούδι τους, λες και ήθελε να το κάνει ακόμα πιο δύσκολο απ' ότι ήταν ήδη. "Ο σαδιστής!" ψιθύρισε με μια δόση ειρωνείας, καθώς τα λόγια της αυτά ξύπνησαν το επί ώρες βουβό δωμάτιο. Χαμογέλασε και πάλι. Ήξερε πως τον αγαπούσε ακόμα, μα με μια αγάπη διαφορετική...

Σηκώθηκε με αργά βήματα, βγήκε στο μπαλκόνι κι έκατσε στην ξύλινη καρέκλα. Άναψε τσιγάρο και κοίταξε τριγύρω την έρημη γειτονιά. "Τι ήσυχη καλοκαιρινή βραδιά", σκέφτηκε. Τράβηξε μια ρουφηξιά τόσο δυνατή, λες και ήθελε να ήταν εκείνος στη θέση του καπνού. Τον κατέβασε μέσα της, όσο πιο πολύ μπορούσε. Ένιωθε να γεμίζει από εκείνον... Κράτησε την ανάσα της εκεί, για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να επιζητούσε κάπου βαθιά μέσα της την πολυπόθητη κάθαρση. Τη λήθη... Έμεινε εκεί, να κοιτά κάπως χαμένη τον αδειανό δρόμο. Τέντωσε το κορμί της πάνω από τα κάγκελα του μπαλκονιού, και φύσηξε με δύναμη...τον άφησε επιτέλους να φύγει από μέσα της για πάντα. "Αν...ποτέ δε θα το μάθω. Ούτε κι εσύ. Όλα για κάποιο λόγο συμβαίνουν..." .

Μισοτέλειωσε το υπόλοιπο τσιγάρο και κλείνοντας τη μπαλκονόπορτα κατευθύνθηκε ξανά στο υπνοδωμάτιό της, σιγοτραγουδώντας τη γνωστή μελωδία. Τη μελωδία που σημάδευσε και τους δυο. Έσβησε το ραδιόφωνο και ξάπλωσε με ένα χαμόγελο γαλήνης στο πρόσωπό της. Έκλεισε απαλά τα νοσταλγικά της μάτια, και πριν προλάβει να τελειώσει καλά καλά τη φράση "φτάνει να είσαι καλά..", άρχισε να βυθίζεται αργά στην αγκαλιά του Μορφέα...

Το ήξερε πως αυτό το τραγούδι θα θύμιζε για πάντα τον έναν στον άλλο. Εκείνο το βράδυ ένιωσε την ανάγκη να τον ονειρευτεί. Ήθελε όμως να είναι η τελευταία φορά που θα το κάνει. Αύριο θα ξημέρωνε μια καινούρια μέρα... Και για τους δυο.

(...)


~Λ~

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

Μες του μυαλού μου το μαύρο βυθό*


Πάντα στο κρεβάτι με πιάνει η όρεξη να αποτυπώσω τις σκέψεις μου στο χαρτί. Λίγο ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο, τη στιγμή που αρχίζουν και βαραίνουν τα μάτια. Τότε γίνεται κάτι σαν κατακλυσμός σκέψεων, που θέλω τόσο πολύ να τις βγάλω όλες, μια προς μία από μέσα μου, να τις σχεδιάσω με σύμβολα στο χαρτί, και ύστερα να το σκίσω, να το πετάξω, να μην υπάρχει πια. Να μην υπάρχουν ούτε οι σκέψεις. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Μέχρι να το πάρω απόφαση να σηκωθώ όμως -είναι και περασμένες πέντε το ξημέρωμα- οι μισές από αυτές έχουν εξαφανιστεί, έχουν κρυφτεί σε σκοτεινές γωνιές του νου, που όσο και να τις ψάχνω δεν μου κάνουν τη χάρη να εμφανιστούν. Δεν θέλουν να βγουν από εκεί, έχουν βρει το δικό τους καταφύγιο. Τους αρέσει αυτό το παιχνίδι. Οπότε λοιπόν κι εγώ σταματώ την προσπάθεια, σταματώ να σκέφτομαι. Ομολογώ πως το σημερινό είναι ένα διαφορετικό βράδυ από τα υπόλοιπα. Ή ξημέρωμα. Οπότε προσπαθώ να ηρεμήσω την ταραγμένη μου καρδιά και τον ανήσυχό μου νου...Και αφήνομαι...

Αφήνομαι σε πράγματα απλά, όπως την όμορφη μυρωδιά του κεριού που έχει αρχίσει και λιώνει πλάι μου. Ακολουθώ το φως του, μέχρι εκεί που φτάνει, παρατηρώ τον τρόπο που χαϊδεύει απαλά τα αντικείμενα τριγύρω και τους δίνει ζωή. Είναι περίεργο το πώς η καθημερινότητα μας έχει κάνει να παραβλέπουμε αυτά τα μικρά, ασήμαντα μεν πράγματα, αλλά και πολύ όμορφα ταυτόχρονα, με έναν απλοϊκό, δικό τους τρόπο. Ναι... Φυσικά και έχουν ζωή τα αντικείμενα. Κοιμούνται βαθιά όμως, περιμένοντας κάποιον να τους δώσει σημασία. Όλα έχουν ζωή. Σου μιλάνε. Πως θα μπορούσα να πω πως δεν έχει ζωή κάτι από όσα βλέπω τριγύρω μου; Δεν έχει ζωή η φωτογραφία μας, αυτή με την παρέα μας αποτυπωμένη επάνω; Μπορεί να μην έχει "ζωή" με την έννοια που γνωρίζει ο κοινός νους. Αλλά παίρνει ζωή, γιατί κρύβει μέσα της αναμνήσεις. Σου τις θυμίζει, και για λίγα δευτερόλεπτα επικοινωνείς με το Αντικείμενο αυτό, σαν λέτε για τα παλιά όπως κάνουν δυο φίλοι, αλλά με νοητές εικόνες και νοητούς διαλόγους.

Πώς θα μπορούσα να πω για το κομοδίνο που στέκει επάνω του η φωτογραφία αυτή, ότι δεν έχει ζωή; Στο ίδιο κομοδίνο κάποτε ακουμπούσε ο καλός μου ο παππούς τα γυαλιά του, λίγο πριν πάρει τον μεσημεριανό του ύπνο. Κάτι περασμένα καλοκαίρια που με φώναζε κι εγώ χωνόμουν στην αγκαλιά του και αποκοιμώμουν μαζί του με ένα μεγάλο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου. Ξέγνοιαστες εποχές, με πολυαγαπημένους ανθρώπους. Πόσο μου έχουν λείψει εκείνα τα καλοκαίρια... Κάθε φορά που τα αναπολώ, με πιάνει μελαγχολία...

Οτιδήποτε παρατηρήσω γύρω μου, ξεκινά μια περίεργη αλλά όμορφη, και διαφορετική επικοινωνία μαζί μου. Σαν να προσπαθεί να κερδίσει μια άνιση μάχη μεταξύ των καλών αναμνήσεων και των βαθιά κρυμμένων σκέψεων, που όσο και να θες να τις βρεις θα σου εμφανιστούν πάντοτε όποτε το διαλέξουν εκείνες, τις πιο ακατάλληλες για εσένα στιγμές. Σαν να προσπαθούν να σε τραβήξουν βαθιά μέσα τους, σαν να προσπαθούν να σε πνίξουν, να σου πουν πως για κάθε μια όμορφη στιγμή που αναπολείς, υπάρχει και κάτι άσχημο που πρέπει να θυμάσαι. Καταστρέφοντάς σου όσες εικόνες σε κάνουν να χαμογελάς...

Μαύρος βυθός ο νους. Κάνει θαύματα αλλά και σε καταστρέφει στη στιγμή. Καταφύγιο, λένε πολλοί, πως είναι η μνήμη. Ας μου επιτρέψουν να διαφωνήσω εν μέρει. Τι καλά που θα ήταν αν όλοι μας μπορούσαμε να κρατήσουμε όλη τη θετικότητα που παίρνουμε και να ζούσαμε μόνο με αυτήν ευτυχισμένα... Τι νόημα έχει κάθε τι αρνητικό; Ίσως να είναι ένας τρόπος για να μαθαίνει κανείς από διάφορες καταστάσεις, από τα δικά του λάθη. Και όταν μαθαίνει όμως, τι; Οι αρνητικές σκέψεις είναι εκεί, και σε περιμένουν. Περιμένουν τη στιγμή που θα σε δουν να αποδυναμώνεσαι έστω και λίγο, για να ξεκινήσουν όλες μαζί μια έφοδο από το μυαλό σου σαν χείμαρρος, καταλήγοντας στα μάτια σου. Πάντα έτσι κάνουν. Σαν να σου υπενθυμίζουν την ίδια κατάσταση και το ίδιο λάθος ξανά και ξανά. Ακόμα κι αν έχεις μάθει από αυτό, εκείνες να επιμένουν να σε πληγώνουν. Κανένα φράγμα δεν μπόρεσε ποτέ να τις συγκρατήσει, ή έστω, να μειώσει λίγο την ορμή τους. Ίσως, επιφυλακτικά θα μπορούσα να πω, πως το μοναδικό φράγμα που θα μπορούσε να συγκρατήσει έστω και για λίγο τους δικούς μου χειμάρρους, να ήταν η συντροφιά.

Αυτή η μοναξιά, η εσωτερική μοναξιά, είναι που σε σκοτώνει... Κάθε μέρα και λίγο περισσότερο... Ίσως ο άνθρωπος που θα σε νιώσει με ένα βλέμμα και θα μπορέσει να σου προσφέρει απλόχερα τη βοήθειά του, να μη βρεθεί και ποτέ. Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μοίρα σου. Ή μαζεύεις όσο κουράγιο σου έχει απομείνει και βρίσκεις τη δύναμη να πατήσεις στα πόδια σου, ή γίνεσαι θύμα της εσωτερικής μοναξιάς σου....

...Κοιτάζω έξω και χαράζει. Έγινε το αύριο πάλι χθές... **





~Λ~


* http://www.youtube.com/watch?v=HC1Oa-OuWd8&feature=related

** http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=1817