(...)
Η ζέστη ήταν ανυπόφορη. Ξημερώματα κι ακόμα να την πάρει ο ύπνος. Έσβησε τα φώτα, άνοιξε το ραδιόφωνο και ξάπλωσε. Καθώς κοιτούσε το αραχνοΰφαντο λευκό νυχτικό της, σκεφτόταν πώς θα ήταν αν ήταν ακόμα μαζί. Τι θα γινόταν αν δεν είχαν χωρίσει, αν δεν την είχε αφήσει μόνη. Αναμνήσεις έρχονταν συνεχώς και έπαιρναν ζωή στο μικρό θεατράκι του μυαλού της. Ξαφνικά το ραδιόφωνο διατάραξε τη σκέψη της. Λες και το ήξερε, έβαλε το τραγούδι τους. Αυτό που έπαιζε τη μοναδική φορά που έκαναν έρωτα, πραγματικό έρωτα, μετά από ένα διάστημα τριών ημερών που εκείνος είχε φύγει εκτός πόλης, για να σκεφτεί.
Η αλήθεια είναι πως τότε τον βασάνιζαν πολλά πράγματα, αλλά πιο πολύ από όλα φαίνεται πως τον βασάνιζε η σχέση τους. Γυρίζοντας της είχε πει ότι μέσα σε αυτό το διάστημα συνειδητοποίησε πως, η ζωή του θα έμοιαζε άδεια μακριά της. Όσο κι αν προσπαθούσε να το αποφύγει, οι μνήμες μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έγιναν ξανά ζωντανές εικόνες στο μυαλό της... Και ακούγοντας το τραγούδι τους, κύλησε ένα δάκρυ στο μάγουλό της, καίγοντας το μαξιλάρι από το τόσο ζεστό συναίσθημα που ήταν φορτωμένο. Χαμογέλασε νοσταλγικά. Θυμήθηκε τότε, την ημέρα που χώρισαν οριστικά. Έφερε στο μυαλό της τη στιγμή που εκείνη έκλαιγε από πόνο, και εκείνον να της σιγοτραγουδά το τραγούδι τους, λες και ήθελε να το κάνει ακόμα πιο δύσκολο απ' ότι ήταν ήδη. "Ο σαδιστής!" ψιθύρισε με μια δόση ειρωνείας, καθώς τα λόγια της αυτά ξύπνησαν το επί ώρες βουβό δωμάτιο. Χαμογέλασε και πάλι. Ήξερε πως τον αγαπούσε ακόμα, μα με μια αγάπη διαφορετική...
Σηκώθηκε με αργά βήματα, βγήκε στο μπαλκόνι κι έκατσε στην ξύλινη
καρέκλα. Άναψε τσιγάρο και κοίταξε τριγύρω την έρημη γειτονιά. "Τι ήσυχη καλοκαιρινή βραδιά", σκέφτηκε. Τράβηξε μια ρουφηξιά τόσο δυνατή, λες και ήθελε να ήταν εκείνος στη θέση του καπνού. Τον κατέβασε μέσα της, όσο πιο πολύ μπορούσε. Ένιωθε να γεμίζει από εκείνον... Κράτησε την ανάσα της εκεί, για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να επιζητούσε κάπου βαθιά μέσα της την πολυπόθητη κάθαρση. Τη λήθη... Έμεινε εκεί, να κοιτά κάπως χαμένη τον αδειανό δρόμο. Τέντωσε το κορμί της πάνω από τα κάγκελα του μπαλκονιού, και φύσηξε με δύναμη...τον άφησε επιτέλους να φύγει από μέσα της για πάντα. "Αν...ποτέ δε θα το μάθω. Ούτε κι εσύ. Όλα για κάποιο λόγο συμβαίνουν..." .
Μισοτέλειωσε το υπόλοιπο τσιγάρο και κλείνοντας τη μπαλκονόπορτα κατευθύνθηκε ξανά στο υπνοδωμάτιό της, σιγοτραγουδώντας τη γνωστή μελωδία. Τη μελωδία που σημάδευσε και τους δυο. Έσβησε το ραδιόφωνο και ξάπλωσε με ένα χαμόγελο γαλήνης στο πρόσωπό της. Έκλεισε απαλά τα νοσταλγικά της μάτια, και πριν προλάβει να τελειώσει καλά καλά τη φράση "φτάνει να είσαι καλά..", άρχισε να βυθίζεται αργά στην αγκαλιά του Μορφέα...
Το ήξερε πως αυτό το τραγούδι θα θύμιζε για πάντα τον έναν στον άλλο. Εκείνο το βράδυ ένιωσε την ανάγκη να τον ονειρευτεί. Ήθελε όμως να είναι η τελευταία φορά που θα το κάνει. Αύριο θα ξημέρωνε μια καινούρια μέρα... Και για τους δυο.
(...)
~Λ~


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Συ ειπας...