Είναι αστείο. Από τις τέσσερις και μισή το χάραμα κοιτάζω μια λευκή σελίδα, προβάλλοντας πάνω της όσα με λόγια αδυνατώ να εκφράσω. Πέρασαν τρεις ώρες και κάτι από τότε. Εσύ είσαι έξω παρέα με τη μεγαλύτερη καταστροφή μου, κι εγώ εδώ, να μαζεύω τα κομμάτια μου. Μελό.
Δεν έχω ύπνο πια. Ακόμα κι αν πέρασα μερόνυχτα ξάγρυπνη λόγω αναγκαιότητας παράδοσης υποχρεώσεων εντός deadline (εδώ γελάμε), τώρα που έφυγε αυτό το άγχος δεν μπορώ και πάλι να κοιμηθώ. Νιώθω κατάκοπη, εξαντλημένη, και ενώ με παίρνει εύκολα ο ύπνος νωρίς το βράδυ,πάλι ξυπνάω μέσα στο χάραμα χωρίς την παραμικρή πιθανότητα να κλείσω μάτι ως το πρωί.
Συμβαίνει τον τελευταίο μήνα αυτό. Δεν το είχα ξανανιώσει ποτέ στο σύνολό του, και αυτό το κάνει ακόμα πιο δύσκολο να το διαχειριστώ. Κλαίω με το παραμικρό και καθημερινά, η διάθεσή μου στα πατώματα, η ανάγκη για απομόνωση και παράλληλα για έκκληση βοήθειας τεράστια... ούτε όρεξη να ζωγραφίσω δεν έχω. Το λες και ψιλοκατάθλιψη, μάλλον.
Κι επιμένω να λέω πως με κατέστρεψες, στρέφοντας όλες τις κατηγορίες επάνω σου. Ίσως μου είναι ευκολότερο να το διαχειριστώ χωρίς τις τύψεις ότι δε μπορεί, κάπου θα έβαλα κι εγώ το χεράκι μου. Ήδη πονάω αρκετά, δηλώνοντας πως σε μισώ, σε μισώ γιατί τόσα χρόνια απλά σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Σαν να μην τους άξιζε η παραμικρή προσπάθεια για να φτιάξουν τα πράγματα. Κουράστηκα να τραβάω κουπί και για τους δυο. ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ. Κουράστηκα να σε παρακαλάω να με ξεκουράσεις λίγο, κι εσύ να επικαλείσαι προσωπικές σου ανάγκες πατώντας σε εμάς το κουμπάκι της αναβολής. Δεν υπάρχει άλλη αναβολή. Είχα κι εγώ προσωπικές ανάγκες, ξέρεις. Έκανα το βήμα σε έδαφος τρεμάμενο, λέγοντάς σου ξεκάθαρα πως η απόφασή μου δεν αλλάζει: ή βοηθάς ή χανόμαστε. Και χαθήκαμε. Επειδή για ακόμα μια φορά επέλεξες τη βολή σου. Και θυμώνω γι' αυτό. Πολύ.
Και τώρα μάτια μου, φτάσαμε να μη θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου, να σε μισώ. Γιατί σου το έκανα όσο πιο ομαλό γινόταν όλο αυτό το διάστημα, μη τυχόν και σου έρθει απότομη η αλλαγή, και τελικά έφαγα ένα χαστούκι που με γύρισε γύρω από τον άξονά μου 10-15 φορές ταρακουνώντας για τα καλά το μικρό μου μυαλουδάκι. Στα είπα τελικά μετά από αυτό, άφησα στην άκρη τους πολιτισμούς του τελευταίου καιρού, έβρισα, εκτονώθηκα, αλλά τι σημασία έχει; Κότα ρε. Ούτε να μπεις στη διαδικασία διαλόγου. Όχι ότι περίμενα κάτι διαφορετικό, αλλά ξέρεις, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία λένε.
Και τώρα τι κάνω; Νιώθω πως κάποια παιδικά μου κομμάτια πήραν από σένα φεύγοντας μια ύπουλη σπρωξιά και χάθηκαν στην άβυσσο. Και με άφησες μόνο με οργή. Οργή! Δεν είχα κατανοήσει το βάθος και την ένταση αυτού του συναισθήματος ποτέ άλλοτε ως τώρα. Και σε διαβεβαιώ πως είναι άκρως τρομακτικό. Ό,τι πιο τρομακτικό μπορείς να σκεφτείς και κάτι παραπάνω. Τα εν βρασμώ εγκλήματα θα έπρεπε να αθωώνονται, ή να είναι καλοστημένα αλά gone girl...αστειάκι, μάλλον.
Που λες, τι έλεγα; Ένα χάος το μυαλό μου. Κι ενώ ξέρω πως έτσι δε θα μας έβλεπα ποτέ ξανά μαζί, η προδοσία σου με ξεπερνάει. Και ασχολούμαι, και γράφω, και νιώθω. Από ταπείνωση, από κατάρριψη των δεδομένων μου για σένα, από θυμό που δεν σκέφτηκες όσα είχαμε -όχι για να τα σώσεις αλλά για να τα αφήσεις ανέγγιχτα από την αναξιοπρέπεια που δε τους άξιζε-, από απομυθοποίηση. Να λες μαλάκα τον άνθρωπο που έδινες όλο σου το είναι και να αναρωτιέσαι τι άλλαξε ή ακόμα χειρότερα αν ήταν έτσι πάντα τα πράγματα και από αγάπη εθελοτυφλούσες. Πόσο λεπτή η γραμμή που χωρίζει την αγάπη από τη σκοτεινή της πλευρά τελικά. Και, ντε φάκτο, όσο εντονότερο το θετικό συναίσθημα, αντίστοιχης αναλογίας και το άλλο άκρο του. Ένα τσακ παραπάνω να ήταν και θα σου έλεγα να τρέξεις να κρυφτείς, που λέει ο λόγος. Εντάξει, ίσως το σκέφτηκα. Λιγάκι μόνο.
Προσπαθώ να ελαφρύνω το κλίμα με αστεία και κυνικότητες. "Τουλάχιστον δε χάνεις το χιούμορ σου", ατάκα που τον τελευταίο μήνα δεν ξέρω πόσες φορές έχω ακούσει από φίλους. Εγώ πάλι λέω μακάρι να το έχανα, αλλά φοβάμαι πως αν χαθεί κι αυτό το δεκανίκι θα σωριαστώ και δε θα είναι εκεί κανείς να με στηρίξει βοηθώντας με ώσπου να ξανασηκωθώ. Γιατί οι άνθρωποι είτε δεν έχουν χρόνο για σένα, είτε προδίδουν στις δύσκολες στιγμές σου, δείχνοντας μια υπόνοια ενδιαφέροντος αλλά μέχρι εκεί. Και είναι εντάξει αυτό, και κατανοητό αφού ο καθένας τρέχει για τα δικά του. Καλύτερα να μοιράζαμε τα φορτία μας βέβαια αλλά αυτό είναι άλλη υπόθεση. Ας μην είναι κανείς εκεί στην τελική, από το να είχες κάποιον με ευκολοπρόσιτα όρια, με το ζόρι να σου κάνει την πατερίτσα. Οι προσδοκίες πληγώνουν περισσότερο από το όποιο αποτέλεσμα.
Φοβάμαι. Παύση...και δάκρυα.
Φοβάμαι τις γαμημένες προσδοκίες μου, φοβάμαι τον ενθουσιασμό μου και τον αυθορμητισμό μου, φοβάμαι ότι εμπιστεύομαι εύκολα, φοβάμαι εμένα! Και φοβάμαι ότι, επειδή φοβάμαι, θα φτάσω να ανήκω στο άλλο άκρο. Δεν θέλω, αλήθεια. Το απεύχομαι. Αλλά πονάω. Δεν ξέρω αν πρέπει να εστιάσω στο να μη πονάω ή στο να μη με χάσω. Και τα δύο ταυτόχρονα με σκίζουν στη μέση. Κυριολεκτικά, το νιώθω στο σώμα μου, τα νιώθω όλα.
Πονάω, ακούς; Με πονάς. Είσαι πάντα εκεί με τον τρόπο σου, να θέλω να σε ξεριζώσω και να μη μπορώ. Είσαι απών αλλά περισσότερο παρών από ποτέ. Χρειάζομαι εκτόνωση, άμεσα, διαφορετικά θα εκραγώ. Κατά βάθος γνωρίζω τα λάθη μου. Όμως επιβεβαιώνοντας ο ίδιος τις υποψίες μου πως σου αναλογεί το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης, τα παραμέρισα όλα και εστίασα σε αυτή σου τη δήλωση που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί και λύτρωση για μένα. Ότι τουλάχιστον, έκανες έστω αυτό. Κατανόησες την κατάσταση ακόμα και εκ των υστέρων. Μου αρκούσε, βέβαια πριν ακολουθήσουν όσα ακολούθησαν στη συνέχεια της ιστορίας. Που δείχνουν ότι σκατά κατανόησες. Γιατί ένας άνθρωπος κατανοεί τα λάθη του φροντίζοντας να μη τα επαναλάβει. Αλλά κάρμα είναι και γυρίζει...βαρύ. Που φτάσαμε. Να απευθύνομαι εγώ, σε εσένα, με τέτοιο ύφος. Συγγνώμη. Αλλά...με σκότωσες.
Έχει περάσει ήδη μια ώρα από την αρχή του κειμένου. Σκέψου πόσα ευχάριστα διαλείμματα έκανα, συγγράφοντάς το. Ούτε διορθώσεις, ούτε να ξαναδιαβάσω τι έγραψα, ούτε να σκεφτώ λέξεις να του δώσουν ένα πιο ποιητικό ύφος ας πούμε...ατόφιο. Κομμάτι σκέψεων πεταμένες σε διαδικτυακή σελίδα, ίσως ασύνδετες, ίσως και ανούσιες, που δε θα δεις ποτέ. Το μυαλό μου δεν άντεχε να τις σηκώνει άλλο μοναχό του. Ίσως έτσι καταφέρω να κοιμηθώ το βράδυ που έρχεται, ξυπνώντας ξεκούραστη το πρωί. Ίσως πάλι γελιέμαι, προσφέροντας πλασίμπο στον εαυτό μου χωρίς να έχω την ψυχική διάθεση να το δεχτώ. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία λέμε.
Ας είσαι καλά. Αλλά μακριά μου.
~Λ~


