Τρίτη 8 Απριλίου 2014
Κοίταξε λίγο στα χαμηλά, σαν αντικρίσεις ουράνιο τόξο.
Δε τους κακολογώ. Είναι πιθανό να υποθέτουν πως αρκεί μια μικρή παραμέριση εγωισμού για να διορθώσει όλα όσα έγιναν. Σαν το φιλί του Ιούδα που τόσα χρόνια έχεις συνηθίσει να παίρνεις για αγάπη, γιατί αυτό ξέρουν να προσφέρουν. 'H σαν το ουράνιο τόξο μετά από την καταιγίδα, που βγαίνει με τη θέλησή σου απ'τα δικά σου στήθια, ξεσκίζοντάς τα βίαια για να απλωθεί στον ουρανό και να προσφέρει την ανακούφιση σε όσους το βλέπουν...κι εσύ, ας πονάς. Καλύτερη η καταιγίδα, θα σκεφτείς...εκεί τουλάχιστον ψάχνεις τρόπους να επιβιώσεις και να ανταπεξέλθεις. Δεν ελπίζεις πως δήθεν κάποια χρώματα θα μηδενίσουν το δείκτη της (μάλλον, αυτο-)καταστροφής σου. Και αιμορραγείς...και αιμορραγείς...και αδειάζεις. Ώσπου αναπόφευκτα κάποια στιγμή, κάτι μικρό παραδίνεται και ξεψυχά μέσα σου.
Όμως αντί να το θρηνίσεις, να πενθήσεις γι'αυτό, έπειτα να του αφήσεις μερικά αγριολούλουδα και να σηκωθείς τινάζοντας τα γόνατά σου και να πας παρακάτω, επιλέγεις να ενδιαφερθείς περισσότερο για τον άλλο...για το φονιά που άφησες να σε κάνει συνεργό στην αυτοχτονία σου. Για εκείνον, που το φιλί του ήταν πιο κοφτερό και από φρεσκοακονισμένο μαχαίρι. Πως είναι; Τι νιώθει; Αλλού η προσοχή. Γιατί όπως και να'χει κανείς δε θέλει να σκαλίζει τα πεθαμένα, από φόβο μη πάρουν και πάλι φωτιά οι σκέψεις και γίνει ολοκαύτωμα.
Έτσι κι εσύ καταλήγεις να βλέπεις από μακριά όλα σου τα πεθαμένα να παρακαλάνε σχεδόν για λίγη σημασία, και είσαι πάντα εκεί -εξ'αποστάσεως- χωρίς να τ'ακουμπάς, πάντα με μάτια φευγαλαία μη τυχόν τους προσφέρεις ένα βλέμμα συμπόνοιας... Στέκουν εκεί παντοτινά σαν ζωντανοί νεκροί ανήμποροι να αναπαυθούν εν ειρήνη. Τα αφήνεις να σε στοιχιώνουν. Θαρρείς πως δε σε νοιάζει...θαρρείς πως με το να δώσεις στον άλλο το συγχωροχάρτι σου, όλα σου τα πεθαμένα θ'αναστηθούν από μόνα τους και θα εξασφαλίσουν μια θέση στον παράδεισο. Γιατί, πόσες φορές θα στο λέω πια; Κουράστηκα. Το φιλί του Ιούδα είναι. Όχι το φιλί της ζωής...
Μπράβο σου...τα κατάφερες. Ατίμωσες πάλι τους νεκρούς σου. Κοιμήσου τώρα ήσυχα, και από αύριο φόρα πάλι τα χρωματιστά σου ρούχα, το στραβό χαμογελάκι σου και την ελπίδα στο βλέμμα πως όλα είναι όπως εκείνο το βράδυ. Τότε που κοιτούσες τα αστέρια ώρες ολόκληρες, και ένιωθες πως ο ουρανός δε χρειάζεται το ουράνιο τόξο σου για να χαρίζει ευτυχία. Ξέρει να αγκαλιάζει όλους όσοι γνωρίζουν από μόνοι τους πού να κοιτάξουν.
Να, τέτοιους ανθρώπους ψάξε. Ή έστω, για τέτοιους ανθρώπους έχε τα μάτια σου ανοιχτά. Γι' αυτούς που, θα είχε νόημα να δείξεις ένα ουράνιο τόξο αλλά δε θα χρειαζόταν ποτέ να το κάνεις...
~Λ~
Τετάρτη 2 Απριλίου 2014
Το Αντίο που ξεψύχησε στις άκρες δυο ματιών.
Ίσως τελικά αυτός να είναι ο πραγματικός αποχαιρετισμός...το πραγματικό αντίο. Όταν κάθεσαι απλά στον ίδιο χώρο με τον άλλον και δε μπορείς να πεις κουβέντα. Τον κοιτάς, σε κοιτάει, και νιώθεις αυτό το σφίξιμο στο στομάχι σου.
Σκέφτεσαι τόσα πράγματα εκείνη τη στιγμή. Σκέφτεσαι ότι θες να κλάψεις, να φωνάξεις, θες να τον αγκαλιάσεις σφιχτά και να τον κάνεις ένα με 'σένα για να μη σου φύγει ποτέ...αλλά παραμένεις εκεί, σταθερή στη θέση σου. Χαμογελώντας, ακόμα κι αν αυτό που έμαθες -παρ'όλο που το ήξερες από καιρό- δεν σου άρεσε.
Για να δείξεις ότι είσαι καλά. Γιατί τον νοιάζεσαι. Για να ξέρει ότι φεύγει και σ' αφήνει καλά. Και σου το λέει...ξέρεις ότι δεν είναι χαζός, σε ξέρει πολύ καλά για να μπορέσεις να του κρυφτείς. Σε ρωτάει γιατί θέλεις να του δώσεις αυτή την εικόνα, ενώ άλλη είναι η πραγματικότητα. Και του λες ότι, έχεις παίξει ήδη τόσες πολλές φορές αυτό το έργο σε παραλλαγές στο μυαλό σου...και μόνο αυτό το σενάριο δεν έχει παιχτεί. Της σιωπής. Κι έτσι γίνεται πάντα...έρχεται σαν την θαμπή ελπίδα σε ένα κουτί που η Πανδώρα σε καταδίκασε να μην ανοίξεις ποτέ.
Το σενάριο της σιωπής που τα λέει όλα: το σώμα σου, η στάση σου το βλέμμα σου...
Περισσότερο ευλαβική από κάθε άλλο λόγο. Από κάθε άλλη λέξη.
Καρτερική, συμπονετική, οργισμένη, θυμωμένη, πονεμένη, στενοχωρημένη, ακατανόητη.
Και να θες να του πεις να μη φύγει γιατί θα μείνεις μόνη και φοβάσαι πολύ όταν μένεις μόνη, να θες να του πεις ότι έχεις θυμώσει μαζί του, και άλλα τόσα πράγματα που σε πνίγουν...ότι θες να τον ξαναδείς, ότι θες να ξέρεις πως έχεις κάπου ν'ακουμπήσεις.
Σε ανησυχεί το μετά.
Και τελικά, σαν αυτές οι σκέψεις να μην έγιναν ποτέ, κάθεσαι απλά εκεί στην απόσταση ασφαλείας σου, περιμένοντας κάτι από εκείνον. Κάτι. Μια λέξη λυτρωτική που θα σε λύσει, που, σα σφυρί με ένα απαλό χτύπημα θα σπάσει το γερό σου φράγμα ελευθερώνοντας το χείμαρρο των ματιών σου, δίνοντας μορφή και διαφυγή στις ταλαιπωρημένες σου φαντασιώσεις. Κι έτσι θα λυτρωθείς, θα ανακουφιστείς, θα ανασάνεις. Αλλά όχι. Όπως στέκεται εκείνος, στέκεσαι κι εσύ. Και είναι μόλις λίγα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που στο είπε, που στο μυαλό σου όμως αυτά έχασαν το μέτρημα κι έχουν πάρει τη μορφή αιωνιότητας, δίνοντας ζωή σε δυο δυνάμεις αμφίδρομες και αντίρροπες, αδιάκοπα συγκρουόμενες παλεύοντας να φέρουν την αλλαγή. Την αλλαγή, που τόσο απαραίτητη είναι για να μας κρατάει ζωντανούς όσο και για να μας σκοτώνει λίγο λίγο καθημερινά. Αναπόφευκτο μεγαλείο, όπως η ίδια η Ζωή και ο Θάνατος.
Και εσύ συνεχίζεις σχεδόν νωχελικά και ανέκφραστα να κάθεσαι εκεί, απέναντί του, με μόνη ένδειξη ζωής ανάμεσά σας τις ανάσες σας. Ακίνητοι και παγωμένοι φαινομενικά, ενώ σε ένα παράλληλο σύμπαν έχεις ήδη φύγει από το σώμα σου, έχεις πάει κοντά του σαν αερικό και χαϊδεύεις το μάγουλό του, γυρνάς γύρω του αιωρούμενη, τον κοιτάς με παράπονο όσο εκείνος κοιτάει το ακίνητό σου σώμα απέναντί του...και την ίδια στιγμή τον σπρώχνεις και του επιτίθεσαι...δε νιώθει τίποτα απ'όλα αυτά. Δε νιώθει τίποτα λες. Αλλά είσαι σίγουρη πως κι εσύ τριγυρίζεσαι από το δικό του αερικό. Και με αυτή την ιδέα ως βάλσαμο στην πονεμένη σου ψυχή επιστρέφεις στο σώμα σου, επιστρέφεις στο εδώ και στο τώρα σου.
Συνειδητοποιείς ότι τόσο πολύ ζεις στις σκέψεις σου, που κάπου χάνεις τα όρια του πραγματικού. Όλα αυτά είναι μέσα το μυαλό σου...τίποτα από όσα στο νου δίνεις ζωή, δεν έχει γίνει. Και είναι που εκεί στη σιωπή αφήνεις τελικά τα μάτια να κάνουν όλη τη βρωμοδουλειά, αυτήν που ο εγωισμός σού απέρριψε για 'σένα σε μια του προσπάθεια να σε προστατεύσει...σπρώχνοντας πρώτος το μαχαίρι στις ανοιγμένες σου πληγές.
Και τελικά καταλαβαίνεις τα πάντα ακόμα κι αν δεν έχεις πει τίποτα. Γιατί η σιωπή ακούγεται περισσότερο από κάθε άλλο λόγο. Η σιωπή, ειδικά όταν ξεστομίζεται από καθαρή απόγνωση, ακούγεται δυνατότερα από κάθε άλλη κραυγή.
Με έναν αναστεναγμό σαν κύκνειο άσμα μέσα σε αυτές τις απειροελάχιστες στιγμές πριν από το θάνατό σου, είσαι -μάλλον- σίγουρη πως όλα όσα ήθελες να πεις, τελικά τα είπες.
~Λ~
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

