Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

- Απόσπασμα, 2-



(...)

Έσκυψε στο θολό τζάμι και κοίταξε τον άδειο δρόμο. Παντού σκόρπια κιτρινοκόκκινα φύλλα από πλατανιές, σημάδι πως είχε μπει φθινόπωρο για τα καλά. Η μυρωδιά της βροχής έφτανε στο δωμάτιο, παρ' όλο που τα τζάμια ήταν κλειστά. Ένας χρόνος είχε περάσει σχεδόν, όμως ακόμα την κρατούσε στο μυαλό του. Ζωντανή. Βάσανο να συνεχίζει να ζει χωρίς την παρουσία της, χωρίς τη συντροφιά της...κι όμως το έκανε, και ούτε που καταλάβαινε και ο ίδιος το πώς. Ίσως του έδινε δύναμη από εκεί ψηλά, η αγάπη του, η "γυναίκα του"... Έτσι πίστευε.

Κρύο και μελαγχολικό φθινοπωρινό απόγευμα. Βροχή έξω, βροχή και τα συναισθήματά του για εκείνη. Ακόμα την σκεφτόταν, κάθε μέρα. Του έλειπε τόσο, μα τόσο πολύ! Το πρόσωπό της, το χαμόγελό της, το "σ' αγαπώ" που του έλεγε κάθε πρωί που ξυπνούσαν μαζί... Θα σκότωνε για να το άκουγε ακόμη μια φορά. Πόσο λυπόταν για όσα δεν πρόλαβε να ζήσει μαζί της, για τις στιγμές που την είχε στενοχωρήσει άθελά του, για τις στιγμές που ο κοινός τους εγωισμός έμπαινε εμπόδιο στο να απολαύσουν την κάθε τους στιγμή, το κάθε τους δευτερόλεπτο...

Όπως τότε, τον Σεπτέμβρη του 2010, μια μέρα πριν τη χάσει οριστικά. Λόγια, λόγια που πόνεσαν και τους δυο. Όμως πάντα το ίδιο τέλος, οι δυο τους αγκαλιά κι ερωτευμένοι ακόμα πιο πολύ, μάλιστα πιο πολύ απ' όσο ήταν στην αρχή. Ζούσαν με ένταση και τα καλά και τα άσχημα. Γι' αυτό και ήταν αχώριστοι...και θα συνέχιζαν να είναι αν δεν είχε συμβεί εκείνο το τροχαίο που κόστισε τη ζωή και των δυο. Εκείνης κυριολεκτικά...κι εκείνου μεταφορικά. Ήταν μισός χωρίς εκείνη.

Υπήρχε αρκετή ένταση εκείνη την μέρα. Εκείνος περιφερόταν στο δωμάτιο, κι εκείνη καθόταν στο κρεβάτι.
- Δεν σε αντέχω πια, ώρες ώρες είσαι τόσο δύστροπος!
- Ούτε εγώ σε αντέχω, ψάχνεις καθημερινά και κάτι καινούριο για να "αρπαχτούμε"!

Πέρασαν λίγα λεπτά και μαζί τους πέρασε και ο θυμός τους. Ξάπλωσε δίπλα της στο κρεββάτι, την κοίταξε που είχε σχεδόν καλύψει το πρόσωπό της με το μαξιλάρι.

- Κουράστηκα να μαλώνουμε, του είπε χαμηλόφωνα.
- Κι εγώ το ίδιο... Αφού μου βρίσκεις τόσα αρνητικά, γιατί είσαι ακόμα μαζί μου; Τι μου βρίσκεις πια;
- Πολλά... σιγοψιθύρισε.
- Όπως; Θα εκτιμούσα μερικά παραδείγματα.
- Δεν θέλω να σου πω παραδείγματα. Εγώ ξέρω, και είναι αρκετό.
- Ναι όμως θέλω να μάθω. Μήπως είναι η συνήθεια;...

Την κάρφωνε με το βλέμμα του συνεχόμενα για λίγη ώρα, προσπαθώντας να την πιέσει νοητά να μιλήσει για όσα ένιωθε. Το έκανε σπάνια κι εκείνος το ήξερε, ήξερε πως προτιμούσε να κρατά μέσα της τα πάντα και να δείχνει την αγάπη της με πράξεις κι όχι με λόγια. Την κούραζαν τα λόγια, γι' αυτό και δεν μιλούσε συχνά ανοιχτά για τα συναισθήματά της. Όμως τις λίγες φορές που το έκανε μπροστά του, εκείνος ήξερε πως εννοούσε την κάθε της λέξη στο εκατό τοις εκατό. Ένιωθε τόσα για εκείνον και στενοχωριόταν πολύ όταν μάλωναν για ανόητους και ασήμαντους λόγους...

Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που την είδε να ξεσπά σε κλάματα. Οι λυγμοί της τον τάραξαν, την αγκάλιασε, όμως δεν έβρισκε ανταπόκριση. Της χάιδεψε τα μαλλιά, της ψιθύριζε "συγγνώμη!", της έλεγε πόσο την αγαπά. Εκείνη σκούπισε τα δάκρυά της, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια -τον σκότωνε αυτό το παραπονεμένο βλέμμα, πάντα- και του είπε με ψιθυριστή φωνή που ακόμα έτρεμε: "Ξέρεις τι είναι; Ο τρόπος που μ' αγαπάς... ο τρόπος που μ' αγαπάς..." . Έπεσε στην αγκαλιά του μουσκεύοντάς του τη μπλούζα από τα βρεγμένα ακόμα μάγουλά της. Ένιωσε να χάνεται στα δυο του χέρια...και αμέσως, μέσα στην ασφάλεια της αγκαλιάς του, αποκοιμήθηκε. Εκείνος, ένιωσε την καρδιά του να χτυπά ξανά με αργό και σταθερό ρυθμό. Έμεινε εκεί, να της χαϊδεύει το μέτωπο και τα μαλλιά, να κοιτάζει χαμογελαστός το γαλήνιο πλέον πρόσωπό της καθώς κοιμόταν...

Το μεσημέρι της επόμενης ημέρας τον πήραν τηλέφωνο από το νοσοκομείο. Τον πληροφόρησαν για το δυστύχημα... Την ώρα που έφευγε από το σπίτι της κατευθυνόμενη προς το δικό του, την χτύπησε αυτοκίνητο παρατώντας την ανήμπορη στο δρόμο. Από εκείνη τη στιγμή έπαψε να ζει κι εκείνος μαζί της. Ήταν καταρρακωμένος. Ετρεξε αμέσως στο νοσοκομείο προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του πως είχε γίνει κάποιο λάθος. Μάταια. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβη... Επιστρέφοντας από το νοσοκομείο στο σπίτι, με θολά μάτια από το κλάμα περνούσε απρόσεχτα τους δρόμους με μια κρυφή ελπίδα: να πάει κοντά της, αφού εκείνη δεν θα μπορούσε πια να είναι στο πλευρό του. Το μόνο που μουρμούριζε στη διαδρομή για το σπίτι, ήταν, "δεν είναι δυνατόν....Σ' αγαπώ!! Σ' αγαπώ!!!". Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως δεν θα την ξανάβλεπε πια...

Ξύπνησε από τις σκέψεις του και σηκώθηκε από το παράθυρο. Σκούπισε τα δάκρυα που χωρίς να το καταλάβει άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια του, και ξάπλωσε στο διπλό -μα άδειο πλέον- κρεβάτι. Πάντα από την δική της μεριά. Στο μαξιλάρι που πότισε από τα δάκρυά της την τελευταία μέρα που ήταν μαζί, πριν από ένα χρόνο περίπου. Κλεισμένος στον εαυτό του, πού και πού ένιωθε την παρουσία της στο χώρο. Μόνο τότε χαμογελούσε, ακόμα κι αν στο χαμόγελό του έκρυβε θλίψη... Ήξερε πως ήταν εκεί, με τρόπο που ο ανθρώπινος νους δεν μπορούσε να συλλάβει. Όμως ήταν εκεί, για εκείνον. Αυτό του έδινε έστω και ελάχιστη δύναμη για να συνεχίσει τη ζωή του, την ίδια ρουτίνα, το ίδιο 24άωρο κάθε μέρα... Κάθε βράδυ, πριν κλείσει τα μάτια του και αποκοιμηθεί, αγκάλιαζε το μαξιλάρι της, κοιτούσε τη φωτογραφία τους που έστεκε μονίμως εκεί στο κομοδίνο, σκονισμένη, και της έλεγε: "Σ΄αγαπάω...ακόμα σ' αγαπάω...και θα συνεχίσω να σ' αγαπώ για πάντα, καρδιά μου!"




~Λ~

4 σχόλια:

  1. Όμορφο και συγκινητικό... Πολύ μου άρεσε. Έχει σύνδεση και με το προηγούμενο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστω... :)
    Θα μαθεις οταν ερθει η στιγμη....υπομονη! ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σκέφτηκες τις ελεύθερες ώρες σου να ασχοληθείς με την συγγραφή?!...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δεν μου ειναι ευκολο να γραφω καθε φορα που εχω ελευθερο χρονο, δυστυχως! Ειναι το ποτε σου βγαινει νομιζω...δεν ειναι ολες οι στιγμες ιδιες :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Συ ειπας...