Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Στο δρόμο της επιστροφής...


Σήμερα ήταν μια περίεργη ημέρα. Απο αυτές που λες ότι ταρακουνάνε κάτι μέσα σου, κάτι μικρό, που όμως αλλάζει εντελώς την ύπαρξή σου. Και όπως γίνεται και στην ψυχοθεραπεία, που τα σημαντικά "έρχονται" στο τέλος της συνεδρίας -έτσι για να έχεις δουλειά για το σπίτι, έτσι και σήμερα το γεγονός που ακολουθεί έγινε βράδυ, μετά από μια γεμάτη μεν αλλά ευχάριστη ημέρα.

Γυρνούσα λοιπόν στο σπίτι εξαντλημένη, όπως γίνεται το τελευταίο διάστημα για κάποιο λόγο, φορώντας τα ακουστικά μου και ακούγοντας μουσική. Περίμενα το λεωφορείο απομακρυσμένη από τη στάση ως συνήθως, ακουμπώντας σε κάποιο κτίριο και χαζεύοντας τον κόσμο. Η μουσική έντυνε σχεδόν κινηματογραφικά την εικόνα, σαν αυτές τις σκηνές από μελαγχολικές ταινίες που ο πρωταγωνιστής παγώνει το χρόνο μέσα του και στοχάζεται, ενώ όλα γύρω του συνεχίζουν να κυλάνε με γρήγορους ρυθμούς. Από εκείνες τις στιγμές που, αν κάτι έχει πραγματικό νόημα δε το κοιτάς μόνο αλλά το βλέπεις κιολας. Μικροπράγματα που υπό άλλες συνθήκες σίγουρα θα αγνοούσες μες τη φούρια και τη βιασύνη σου.

Και βλέπω κάτι ξεχωριστό. Ένα ζευγάρι, όχι παραπάνω από 25 χρονών, να εκφράζει μεταξύ του πιθανώς κάποια διαφωνία. Τους κοίταζα από μακριά και ίσως, χωρίς υπερβολή, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα μια τόσο αληθινή επικοινωνία. Ο τρόπος που κοιτάζονταν, που στέκονταν, που πλησίαζαν ο ένας τον άλλο και χαμογελούσαν μετά τη διαφωνία, φώναζε, πραγματικά είχε φωνή και μιλούσε και ήταν τόσο αληθινός! Θα μου πεις, ακούγεται πολύ κοινό. Κι όμως όχι. Κάτι ταίριαζε...με τη μουσική, με το κινηματογραφικό τοπίο, με τα φώτα των δρόμων...ίσως με το συναίσθημα το μελαγχολικό, που όσοι το νιώθουν ζουν τόσο έντονα, που άλλοι στη σκέψη και μόνο τρομάζουν.

Η κοπέλα με επιδεξιότητα που θα ζήλευε μπαλαρίνα, και με μια εξωλεκτική επικοινωνία μοναδική, του έδειχνε πως πραγματικά τον αγαπά, τον εμπεριέχει με ένα της βλέμα, κι εκείνος, σαν στρατιώτης που μόλις γύρισε από μάχη, που έπαιζε τη ζωή του κορώνα γράμματα όμως την είχε ασταμάτητα στο μυαλό του, την τραβούσε τρυφερά προς το μέρος του και τη φιλούσε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά, διατάζοντας τη διαφωνία που τους είχε ταράξει τα νερά να φύγει μακριά τους τρέχοντας. Είχε κάτι το διαφορετικό αυτό το ζευγάρι...και βγάζοντας τα ακουστικά, συνειδητοποίησα πως επανήλθαν στα αφτιά μου οι άσχημοι ήχοι της πόλης: κορναρίσματα, ήχοι εξατμίσεων, βήματα στις κακοστρωμένες πλάκες του πεζοδρομίου -μόνο. Από το ζευγάρι που συνέχιζε να εκφράζεται ανενόχλητο μεσα στο πλήθος, δεν ερχόταν τίποτα...

Πόσο έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε επιλεκτικά τις αισθήσεις μας...Πόσο χάνουμε μέσα στην καθημερινότητά μας όλα όσα αξίζουν, και πολύ πριν το καταλάβουμε μένουμε με ένα μεγάλο κενό να το κουβαλάμε δυο-δυο ή ο καθένας μόνος του. Και μένουμε σε αυτό που λέγεται επιφάνεια, χάνοντας όλη την ουσία. Όταν δεις, όταν πραγματικά ανοίξεις τα μάτια σου και δεις, τον τρόπο που σαν λύκοι στην πανσέληνο ούρλιαζαν σ'αγαπώ ο ένας στον άλλο μέσα από τη σιωπή τους, τί να την κάνεις πια τη γνωστή σου σιωπηλή φασαρία που δεν έχει τίποτα παραπάνω να πει από τα συνηθισμένα; Όταν δεις με τα μάτια σου το πώς δυο σώματα μπορούν να χορέψουν σε μια μουσική που μόνο αυτά μπορούν να ακούσουν, τόσο αυθεντικά που σχεδόν θυμίζει επικοινωνία βρέφους με τη μητέρα του, αρχίζεις και αναρωτιέσαι τι είναι πραγματικά έρωτας. "Αφού δεν έχουν άλλο τρόπο" είπε κάποιος γνωστός μου που, βέβαια, δεν ήταν μπροστά. Δικαιολογίες, θα τολμήσω να πω. Κι αν είναι αλήθεια, γιατί όσοι έχουμε αυτό τον "άλλο τρόπο" δεν εκπέμπουμε τα ίδια δυνατά συναισθήματα με αυτά που αντίκρυσα αυτό το βράδυ;

Έχουν περάσει κάμποσες ώρες και έχει κορεστεί μέσα μου, τόσο που το έχω πια σκεφτεί. Και ίσως κανείς να απορήσει για το λόγο που επέλεξα να γράψω γι'αυτό... Συγκινήθηκα. Και πριν προλάβουν να φανούν δάκρυα, έσπευσα να τα σκουπίσω πριν "ξεσκεπαστώ" εκεί, μπροστά σε όλους. Και αυτή είναι η διαφορά μας...εμείς, λοιπόν, που έχουμε "άλλο τρόπο", καταλήγουμε να ντρεπόμαστε για την αυθεντικότητά μας γιατί δεν έχουμε δικαιολογία, γιατί έχουμε άλλους τρόπους, άρα πρέπει να μάθουμε να γινόμαστε ένα με τους πολλούς για να μη γίνουμε αντικείμενο σχολιασμού. Μέχρι κάποιος να δει εκεί που κοιτάζει και να προβληματιστεί. Μέχρι, να ποθήσει τόσο να ζήσει αυτό τον σιωπηλό χορό που φωνάζει σε όλα τα χρώματα που μπορεί κανείς να φανταστεί, που είναι Δικός Τους, και που κανείς πρέπει να προσπαθήσει αρκετά για να δει από την κλειδαρότρυπα μιας πόρτας ορθάνοιχτης, η οποία τελικά οδηγεί σε έναν τόσο διαφορετικό αλλά και τόσο ίδιο κόσμο με αυτόν που έχω μάθει να ζω...

Τα λόγια στερεύουν...Εύχομαι μέσα από την ψυχή μου και όλο μου το Είναι, να υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι εκεί έξω σαν αυτούς τους δυο που είχα την τιμή να συναντήσω στο δρόμο της επιστροφής. Ευχαριστώ για το φως που σκορπίσατε απλόχερα στο κουρασμένο μας σκοτάδι.
Καληνύχτα.



~Λ~

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Άχραντος εξαγνισμός.


Ήθελα να είμαι κάτι παραπάνω.
Ήθελα να μπορώ να οσμίζομαι φωνές, να ακούω χρώματα, να βλέπω μυρωδιές και να ζω με όλες μου τις αισθήσεις από την αρχή, ξεχνώντας όλα όσα μου δίδαξαν κάποτε.

Το έκανα.
Έγινα κι εγώ ένας από εκείνους τους ασύμμετρους, διάχυτους και σκόρπιους, που άλλα είναι τα σημαντικά γι'αυτούς, και που τους συναντάς τυχαία στο δρόμο ένα βράδυ, τους κοιτάς από απόσταση λίγο στραβά και τους λυπάσαι για την παιδική αφέλεια που φαίνεται να κουβαλούν. Παραβλέποντας ίσως -και μάλλον σκόπιμα- το γεγονός πως αυτοί είναι οι πιο ευτυχισμένοι απ'όλους. Και κοιτάς αλλού, γιατί το φως που εκπέμπουν σου θολώνει όχι τα μάτια, αλλά το μυαλό. Και τους λυπάσαι... Ειρωνεία.

Εκείνους, που ζουν με το βάρος των λογικών στις πλάτες τους, των τετράγωνων στις σκέψεις και στις μυρωδιές τους, ότι τάχα μου και δήθεν το μυαλό έχει ξεφύγει και δεν έχει γυρισμό. Ότι τάχα μου και δήθεν τα πράγματα δεν είναι "έτσι" αλλά "έτσι". Ανυποψίαστοι άνθρωποι-καθρέφτες έτοιμοι να σπάσουν σε μικρά μικρά γυαλιά από πρόθυμους υποψήφιους νάρκισσους, που αποφαίνονται πως κάτι δεν πάει καλά με αυτό που βλέπουν. Γιατί ο άλλος είσαι πάντα εσύ. Και τι πλήγμα, αυτό που βλέπεις να σου χαλάει την αισθητική...Ασταμάτητη κατολίσθηση και βουητό μέσα σου μέχρι να στρέψεις αλλού τα μάτια. Μετά μένεις με τα χαλάσματά σου στη σιωπή, να σου θυμίζουν τι θα συμβεί αν ξαναδώσεις σημασία.

Όμως κοίτα τους τρελούς!
Συντονισμένοι σε μιαν άλλη συχνότητα και συνοδοιπόροι σε μια νέα πραγματικότητα που μόνο να μάθουν να τη ζουν όπως της πρέπει προσπαθούν, όπως άλλωστε ιδανικά συμβαίνει και με κάθε τι άγνωστο που μας επιλέγει να ζήσουμε μαζί του, αυτοί λοιπόν, πασχίζουν να επιβιώσουν σε μια κοινωνία-σπήλαιο μαζί με τους "άλλους" που βλέπουν τις σκιές μα τρέμουνε τις φλόγες.

Αυτή η νέα πραγματικότητα αφήνει τόσο περίεργες σκιές στους τοίχους των λογικών, των τετράγωνων στις σκέψεις και στις μυρωδιές τους, και, τόσο πολύ τους τρομάζει αυτό το αφύσικο θεατράκι σκιών που κλείνονται στα μικρά λογικά τους κουτάκια και κλειδαμπαρώνονται, φοβούμενοι να σκεφτούν έξω και πέρα από αυτά. "Αν σε αποδεχτώ, φοβάμαι πως θα με καταπιείς" ψιθυρίζουν και τρικλίζουν. Γιατί ο άλλος, θες - δε θες, είσαι πάντα εσύ.

Η Κάθαρση τελικά μου λες, είναι προνόμιο των λίγων: αυτών που υψώνουν το ανάστημά τους μπροστά στη φωτιά, που δε φοβούνται να καούν, που στιγματίζονται και δακτυλοδείχνονται από όσους είναι καταδικασμένοι να ζουν για το υπόλοιπο της ζωής τους στο ημίφως...
Και ο εξαγνισμός προνόμιο αυτών που οι σκιές τους πια δεν υπάρχουν, έχουν εν ψυχρώ εξοριστεί από τους ίδιους στα τελευταία απειροελάχιστα κλάσματα ζωής των πιο μικρών φωτεινών αστεριών, κάμποσα παραμύθια μακριά από εδώ...για να μη μπορεί κανείς να τις φέρει πίσω ξανά.



~Λ~


Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Το αμάρτημα μιας ακούσιας θέλησης για επιβολή.


Και τι γίνεται σαν σπάσουν τα δεσμά;
Όταν, το μεγάλο κελί πια παραβιάζεται από τα μέσα
και ο δραπέτης επιτέλους σέρνεται στον έξω κόσμο...όμως
η ταλαιπώρια του που πλέον -μαζοχιστικά- περνιέται για χαρά, είναι τόσο μεγάλη
για να δει πως είναι κλεισμένος στο δικό του μικρό χρυσό κελί.
Έρχεται η στιγμή που μια δίχως αρχή και τέλος αντιπαλότητα
με το φροντιστή και δεσμοφύλακά του, ξεκινά.
Που άρχισε και που τελειώνει;
Και άν ποτέ τελειώνει στ'αλήθεια.
Πόσο θα φθείρει την ψυχή αυτή η ατέρμονη προσπάθεια για Επιβίωση;
Γιατί καμία μαριονέτα της ίδιας, φαινομενικά έστω, ιστορίας,
δε βλέπει πέρα από τη δική της οπτική;
Κοιτάζοντας μια μύτη, η οποία μακραίνει και μακραίνει
σε κάθε τί που ο φανταστικός αλλά και ιδανικός Αντίπαλος ισχυρίζεται για ψέμα,
η ματιά ολοένα κι εγκλωβίζεται σε αυτό το αδιέξοδο.
Και ο εαυτός, εκείνος κλείνεται σε ασπρόμαυρες φούσκες ξεχνώντας τι υπάρχει εκεί έξω.
Σε ένα δικό του σύμπαν, σε μια δική του διάσταση.
Αιώνιος σκοπός η προστασία, που μάταια προσπαθεί να επιτευχθεί με την επιβολή
λες και ο άνθρωπος ήταν Αγρίμι σε μιαν άλλη του ζωή.
Άραγε ποια μοίρα άκαρδη τους έκανε τόσο επιρρεπείς στους φαύλους κύκλους;
Κύκλους, που αν μη τι άλλο
μόνο να τους απομακρύνουν προσπαθούν.
Και αυτό είναι το πιο θλιβερό από όλα:
τα καταφέρνουν.
Και όταν έρχεται η στιγμή της σύγκρουσης, τότε, ειδικά τότε,
λες και από το μεγάλο μπαμ θα βγει κάτι καλό,
οι φούσκες αυτές,
φτιαγμένες από το πιο εύθραυστο υλικό του πιο επίδοξου συναισθήματος
που όμως κρύβει μέσα του μια μαύρη στάλα γλυκόπικρης ματαιότητας,
στροβιλίζονται και παίρνουν φόρα -τόσο μεγάλη
θαρρείς και ο πιο γρήγορος θα βγεί ο κερδισμένος.
Ανόητοι.
Τα ίδια θρύψαλα μαζεύουμε μετά τη συντριβή.


~Λ~