Θα σου πω το μυστικό μου. Φύλαξέ το καλά, γιατί το ξέρουν λίγοι. Απλά, κλείνεις τα μάτια. Κλείσε τα μάτια και άδειασε... Αυτό είναι όλο.
Εκείνο που λένε, ότι τα μάτια ανοιγοκλείνουν για να υγραίνονται και να μπορούν να βλέπουν, όχι. Ψέμματα είναι. Ανοιγοκλείνουν για μπορείς να παίρνεις σε δόσεις μικρές γεύσεις παραδείσου, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Του δικού σου παραδείσου. Την απειροελάχιστη εκείνη στιγμή, που κλείνουν. Σαν να χάνουν την αίσθηση του χωροχρόνου, στην απόλυτη ηρεμία...λίγο πριν ανοίξουν ξανά.
Εξ' άλλου, ακόμα κι αν υγραίνονται, δεν πάει να πει πως βλέπουν πραγματικά. Γιατί, όχι, δε βλέπεις με τα μάτια. Με τα μάτια σου δίνεται μια εικόνα την οποία θα ήθελαν οι άλλοι να δεις και να υιοθετήσεις. Την δική σου πραγματικότητα, μόνο με τα μάτια δεν τη βλέπεις. Και αυτό είναι το θέμα.
Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες. Όταν τα ανοίγω βλέπω μπρος μου ό,τι κι αν τύχει. Όταν τα κλείνω βλέπω μπρος μου ό,τι ποθώ. Τρεις προτάσεις, και όλη η αλήθεια του κόσμου μαζεμένη. Συγκεντρωμένη σε ένα τόσο δα ποίημα. Πόσο δίκιο είχε “κάποιος” Εμπειρίκος που το έγραψε, κάποτε...
Γι' αυτό λοιπόν κλείνεις τα μάτια – τώρα το έμαθες κι εσύ το μυστικό. Για να κάνεις μικρά διαλείμματα, μικρά αλλά αναγκαία. Για να ξεφεύγεις από την καθημερινότητα και να χάνεσαι μέσα σε αυτά με όλο σου το είναι. Και το πιο εκπληκτικό όλων, είναι ότι γίνεται αδιάκοπα, συνεχόμενα και πάνω απ' όλα ασυναίσθητα μέσα στη μέρα. Δεν αντιλαμβάνεσαι δηλαδή, ποιος είναι ο σκοπός της διαδικασίας αυτής. Και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο συνεχίζει και γίνεται ασταμάτητα, για να σε κάνει να δεις μέσα σου, τη δική σου αλήθεια. Να βρεις τον ανώτερο εαυτό σου. Τον δικό σου παράδεισο...
Να αισθανθείς την ανάγκη από μόνος σου πια, μέσα στην μέρα, να κλείσεις για λίγο συνειδητά τα δυο σου μάτια. Να αποφορτιστείς. Και μετά -συνειδητά και πάλι- να έρθεις πίσω στην κοινή "πραγματικότητα" ανοίγοντάς τα.
Αν κάποιος μου έλεγε ότι από αύριο θα έπρεπε να ζήσω μόνο με μια αίσθηση από τις γνωστές πέντε, αυτή θα ήταν η αφή. Με όλες της τις προεκτάσεις. Προσωπικά, δε θα την έδινα για κανένα λόγο. Το να μπορώ να αισθάνομαι και να αντιλαμβάνομαι με δικό μου τρόπο τα πράγματα γύρω μου, να αγγίζω, να με αγγίζουν, είναι η μεγαλύτερη ευλογία. Σίγουρα θα ήταν η μόνη, με της οποίας την απουσία δε θα μπορούσα να ζήσω. Από την άλλη, αν -θεωρητικά πάντα- έπρεπε απο αύριο να ζήσω με μια αίσθηση λιγότερη, θα επέλεγα να δώσω την πιο απατηλή. Την όραση. Συνηθίζω να κάνω αυτές τις δυο ερωτήσεις στα άτομα που γνωρίζω καιρό, όμως κατά κύριο λόγο λαμβάνω ανάποδα τις απαντήσεις τις οποίες θα έδινα εγώ. Και όταν ρωτάω το λόγο για τον οποίο μου έδωσαν αυτές τις απαντήσεις, συνειδητοποιώ κάθε φορά και πιο πολύ το πόσο παγιδευμένοι είμαστε στην πλειοψηφία μας, σε έναν κόσμο που ανήκει σε μια ξένη πραγματικότητα...
( *συχνά πυκνά, ειδικότερα όταν είμαι έξω στο δρόμο και κάνω τέτοιες σκέψεις, τρέμω στην ιδέα ότι κάποιος θα μπορέσει να διαβάσει το μυαλό μου μέσα στο λεωφορείο της επιστροφής.)
~Λ~






