Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

0512/0850


Ξέρεις τι είναι κενό; Μια στιγμή, στιγμούλα μικρή απειροελάχιστη, ένα πάγωμα, μια έκλαμψη αλήθειας αν θες, πριν τη μεγάλη απόφαση για αντίδραση. "Στιγμή", ναι, απροσδιορίστου χρόνου όμως. Κενό, και αδειάζεις. Στο διαλογισμό είναι μια πολύ προχωρημένη πρακτική. Δύσκολα επιτυγχάνεται και όχι από όλους. Το απόλυτο άδειασμα.

Στην καθημερινή ζωή από την άλλη, δε θέλει και πολύ κόπο. Ενίοτε έχει και διαφορετική σημασία.

Έρχεται ο καταστηματάρχης λοιπόν και σου κατεβάζει με φόρα το φερμουάρ του παραφουσκωμένου σου μπουφάν, αφήνοντας να ξεχυθούν στο πάτωμα όλα όσα σου είχε δώσει κρυφά από τους άλλους πελάτες, μη τυχόν και δουν την προτίμησή του σε 'σενα και του αρχίσουν τα θελήματα. Ε, είχατε άλλη σχέση όπως και να το κάνουμε. Τον προμήθευες ποιοτικό συναίσθημα σε χαμηλή τιμή κι εκείνος σε φυγάδευε σαν τον κλέφτη με καναδυό ψίχουλα καβάτζα να 'χεις να τρως, έτσι για το ευχαριστώ. "Ένοχος!" λένε όσοι σας κοιτούν και σε δείχνουν. Ψάχνουν και πέτρα να σηκώσουν. Τους λυπάσαι, "δεν ξέρουν" σκέφτεσαι. Εσένα να δούμε ποιος θα σε λυπηθεί!

Κι έτσι απλά, επειδή είχε ο καταστηματάρχης μια άσχημη μέρα, χωρίς καν να διαπραγματευτεί αυτή την ιδιαίτερη σχέση σας (βλέπεις δεν του άρεσε να την βροντοφωνάζει για τους προαναφερθέντες λόγους), έρχεται και σε ξεμπροστιάζει. Ατυχείς, αυνανιστικές, αλαζονικές, ανώριμες πρωτοβουλίες. Πάει η εμπιστοσύνη, πάει και η όποια ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις...τίμιες και δίκαιες συναλλαγές σας.

Κάτω το φερμουάρ λοιπόν με το έτσι θέλω, κι όλα τα συναισθήματα στο πάτωμα. Έσπασαν γυαλιά, πληγώθηκες, άνοιξαν κουτάκια, σκόρπισε το περιεχόμενο εδώ κι εκεί, όλα ρημαδιό. Κι εσύ κενό. Πάγωσες. Σου κόπηκαν τα πόδια. Η μεγάλη σιωπή πριν τη μεγάλη αντίδραση είπαμε. "Να με υπερασπιστώ ή να φύγω τρέχοντας σαν τον κλέφτη;"..

Σαν τον κλέφτη θα φύγεις τρομάρα σου, έτσι έχεις μάθει να συναλλάσσεσαι τόσο καιρό. Άσε που κρίμα να μαθευτεί η αδικία κοτζάμ καταστηματάρχη, πάει, θα τον ρίξεις χαμηλά και είναι ντροπή, δεν σε έχουν μάθει έτσι. Πώς θα αντέξεις να πληγώσεις άνθρωπο -κι ας φταίει...; Άλλωστε είχατε και μια κάποια σχέση, απ' τη μεριά σου έστω. Κι εσύ τα σέβεσαι αυτά, κι ας βλακοφέρνεις για τους άλλους.

Οι πιθανότητες αντίδρασης φυσικά έκλιναν προς την ατάκα "σας ευχαριστώ που με αδειάσατε κύριε, κι ένιωθα ότι κάτι με βάραινε αλλά δεν ήξερα τι ήταν". Προτίμησες όμως να το καταπιείς. Κι αυτό. Ευτυχώς για 'σένα στην προκειμένη περίπτωση.

Ρημαδιό -τί να επεξεργαστείς και πώς να αντιδράσεις τελικά; Και, αξίζει όντως να αντιδράσεις; Σαν τόσο καιρό να ανακάτευαν με μια συγκεκριμένη φορά το καζάνι της ζωής σου, και χωρίς να σε ρωτήσουν να άλλαξαν ξαφνικά τη ροή.  Ακινησία το έξω, αναστάτωση το μέσα.

Ωχ, τρικυμία, χύθηκε κι έκανε ζημιά.

Α, όχι. Εσύ φταις που δεν το έλεγξες. Κι ας ήταν η κουτάλα σ' άλλο χέρι. Εσύ την παραχώρησες. Έτσι σου λένε για να αποποιηθούν την ευθύνη. Ε, και ως επιχείρημα δεν είναι και εντελώς άτοπο με μια γρήγορη ματιά.

Σκούπιζε τώρα δάκρυα κι άδειαζε καζάνια. Τι τα ήθελες τα ξένα χέρια και τα ξένα υλικά στο δικό σου μαγειρείο, τελοσπάντων;...



~Λ~



Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2014

Aλκυόνη Παπαδάκη


Στο ακρογυάλι της Ουτοπίας


Αυτό που θα'θελα απόψε, είναι τη ζωή μου πίσω. Αλλά δεν ξέρω από ποιον να τη ζητήσω.
Τόσο τη σκόρπισα, τόσο τη χαράμισα, τόσο τη δάνεισα, τόσο την ξερίζωσα. Από ποιον να τη ζητήσω τώρα...
Και τι ωφελεί...

Αυτό που θα ήθελα απόψε, τελικά, είναι ένας ώμος, να γείρω πάνω του και να κλάψω.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές. Να κλάψω για όλα.
Για όσα αγάπησα. Για όσα ονειρεύτηκα. Για όσα ένιωσα. Για όσα περίμενα και δεν ήρθαν. Για όσα ήρθαν. Για όσα με πρόδωσαν.
Για όσα με χαράκωσαν. Για όσα με θανάτωσαν. Για όσα μ'ανάστησαν.
Να κλάψω πολύ. Με λυγμούς. Με κραυγές.
Για όλα...
Να γείρω στον ώμο κάποιου και ν'ακούσω τη φωνή του να μου πει ψιθυριστά:
"Μην κλαις". Μόνο αυτό. Τίποτ'άλλο.
Μην κλαις. Μόνο αυτό...

..Αυτή η αβάσταχτη ανάγκη , να θέλεις σε κάποιον να χαριστείς.
Και αυτός ο κάποιος να μη μπορεί να πάρει μια μορφή, μες στο μυαλό σου.
Να θέλεις να μαδήσεις την ύπαρξη σου. Να τη σκορπίσεις.
Να την πυρπολήσεις, μόνο για χάρη του.
Να θέλεις να του αφιερώσεις ένα τραγούδι. να του στείλεις ένα φιλί.
Και να μη βρίσκεις πουθενά τα χνάρια του για να τ'ακολουθήσεις.

Μου λείπει η αγάπη μου, εντάξει. Μου λείπει αφόρητα.
Μα σίγουρα, δεν είναι το πρόσωπο της που ψάχνω μέσα σ' αυτό το τοπίο.
Είναι κι αυτός ο τεράστιος ήλιος που έχει κουλουριαστεί μες στην ψυχή μου.
Θέλει ένα τρυφερό βλέμμα για να σηκωθεί. Ένα άγγιγμα απαλό, έστω στην άκρη των μαλλιών...

Τόσο πολλά γυρεύει ο άτιμος για να μεσουρανήσει;

Τόσο πολλά;




_____________________________________________





Σ' έσπρωξε; Σ' έριξε κάτω και σε τσαλαπάτησε; Έβγαλε σουγιά και σε χάραξε; Ε! Αφού μετά σου είπε sorry ο άνθρωπος!

~ Α. Παπαδάκη








Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

In my Dreams...


Have you ever been lost in a different world
Where everything you once knew
Is gone
And you find yourself powerless
With everything that exists
You're numb

Will I ever break free

I searched my world but I can't find you
You're standing there but I can't touch you
Try to talk but the words are just not there
I can feel a sense of danger
You stare at me like I'm a stranger
Paralyzed and you don't seem to care
The demons in my dreams


If you become a nobody
Blind, to your family
Who would you be?
And life has gone into reverse
Re-living every hurt
Along the way

Everything that you fear is calling you and drawing near

I searched my world but I can't find you
You're standing there but I can't touch you
Try to talk but the words are just not there
I can feel a sense of danger
You stare at me like I'm a stranger
Paralyzed and you don't seem to care
The demons in my dreams

Wake me up and let's go, yeah
I'm about to explode
Yeah

I searched my world but I can't find you
You're standing there but I can't touch you
Try to talk but the words are just not there
I can feel a sense of danger
You stare at me like I'm a stranger
Paralyzed and you don't seem to care
The demons in my dreams




Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Drowning butterflies.


             ...Πιεσμένη η κατάσταση. Να μην έχεις χρόνο ούτε για τις βασικές σου ανάγκες, και ανάμεσα σε αυτά τα λίγα λεπτά που ξεκλέβεις να ψάχνεις για αεροπορικά εισιτήρια. Για κάπου μακριά φυσικά. Χα. Ειρωνεία στη μούρη σου το ασυνείδητό σου. Μία εσύ; Δέκα αυτό.

-Που πάτε κυρία μου, ξεχάσατε τις υποχρεώσεις σας. Εσείς τις επιλέξατε άλλωστε. Μην μας το παίζετε ιστορία τώρα. Τι; Δεν κοιμάστε; Τι; Δεν τρέφεστε σωστά; Ζαλίζεστε; Πονάτε; Και ψάχνετε για αεροπορικά εισιτήρια; Μα φυσικά, τι πιο λογικό! Ξεχνάτε, κυρία μου, πως πάντα εδώ θα γυρνάτε. Τίποτα δεν εξαφανίζεται μαγικά αν το σπρώξουμε κάτω από το χαλάκι της εισόδου -ή της εξόδου, όπως αγαπάτε. Η πεταλούδα δεν πετάει με βρεγμένα φτερά, ακόμα να το μάθετε; Αναλάβετε επιτέλους τις ευθύνες σας, ενήλικη γυναίκα. Και μη σηκώσετε κεφάλι σε οποιαδήποτε κριτική, την αξίζετε φυσικά. Τι; Δεν είστε υπεράνθρωπος;...Υπεράνθρωπος; Σιγά τις απαιτήσεις που έχουμε από εσάς, κυρία μου!


                -Ακούστε με κι εμένα λίγο σας παρακαλώ. Θέλω να μιλήσω προς υπεράσπισή μου. Άνθρωπος είμαι και δη ενοχικός. Σταματήστε  να με φορτώνετε με παραπάνω σκοτούρες. Αφήστε με να φύγω. Αφού πάλι θα γυρίσω και θα τα βρω εδώ, προς τι η βιασύνη; Η βιασύνη μας μάρανε. Όλα θα γίνουν, όμως όλα θέλουν το χρόνο τους. Προσπαθώ να με ακούσω, μη μου το στερήσετε αυτό. 
Δείτε εσείς πώς καταντήσατε με τις ωτοασπίδες σας… 

                Παραδειγματιστείτε από τον άνεμο και το κυπαρίσσι. Φυσάει λίγο; Λυγίζει, κι έπειτα επανέρχεται στην θέση που μεγαλώνοντας επέλεξε να είναι, νιώθοντας και πάλι ζωντανό. Φυσάει πολύ; Λυγίζει, και παραμένει από συνήθεια στη λυγισμένη θέση του, θέση που του αποδόθηκε και υιοθέτησε στην προσπάθειά του να επιβιώσει. Φυσάει ακόμα περισσότερο; Θα σπάσει κύριοι... Θα σπάσει! 

                Δεν έχω έρθει σε αυτή τη ζωή, για να φύγω κάποια στιγμή κρατώντας τα κομμάτια μου στα χέρια μου. Αφήστε τα φτερά μου να στεγνώσουν, θέλω να πετάξω. Να δυναμώσω. Θα γυρίσω ξανά όπως είπατε, το γνωρίζω. Ε, και;





~Λ~




Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Χειμώνας.


Ο Χειμώνας είναι άνθρωπος. Άνθρωπος που δεν φοβάται το θάνατο γι’ αυτό τολμά και τον περιγελά, τυλίγοντας τον εαυτό του σε λευκό μανδύα χλευάζοντάς τον. Τον αψηφά φτάνοντας στα άκρα. Παίζει και με την τύχη του, όντας αυτοκαταστροφικός καμιά φορά.

Ο Χειμώνας είναι Θεός. Ο Θεός του ελέους και της λύτρωσης. Τον λατρεύουν άνθρωποι μελαγχολικοί, που ζουν μέσα του εν λευκώ. Τον τιμούν με πράξεις κι όχι με προσευχές. Τον καρτερούν υπομονετικά, γνωρίζοντας πως θα τους δείξει την έξοδο κινδύνου στο τέλος με την παρουσία του, μέσα τους και γύρω τους.

Ο Χειμώνας είναι παιδί. Ένα παιδί χωρίς γονείς. Ορφανό ή παρατημένο, δεν έχει σημασία. Ζει μοναχικά και επιβιώνει καθημερινά, αγνοώντας τις κριτικές κάποιων Καλοκαιριών που το θεωρούν καμένο χαρτί. Άσ’τους αυτούς, μη τους ακούς.  Αυτοί αγνοούν τους νόμους της φύσης. Ο πάγος δεν καίγεται, μόνο λιώνει. Και γίνεται δάκρυ και κυλά,  ποτίζοντας τη γη για να ανθίσει.  

Ο Χειμώνας είναι η έκφραση μιας ιδιόρρυθμης, απόλυτης ελευθερίας. Της ελευθερίας που επέρχεται μέσα από την απώλεια και τη σκληραγώγηση. Φυσική ή νοητική, όπως τη βιώνει ο καθένας. Είναι ένα μάθημα. Είναι η ενστάλαξη της τελειότερης χιονονιφάδας στον πυρήνα του πιο θλιμμένου μυαλού. Πλέον κυκλοφορεί στο αίμα σαν φυσικό συστατικό του σώματος χωρίς συναγερμούς, χωρίς να αποβάλλεται.

Ο Χειμώνας, ντύνεται με πανοπλίες από στρώματα ρούχων για να προστατεύσει αφ’ενός τα άτομα που αγαπά από τον ίδιο, και αφ’ ετέρου,  την απαλή σαν απάτητο χιόνι ψυχή του από όσους δεν έχουν μάθει στη ζωή τους να εκτιμούν και να ενσυναισθάνονται. Στέκεται εκεί, πανέμορφη λευκή Νεράιδα στις κρυφές περιοχές του εσωτερικού σου χιονισμένου κόσμου, που μέχρι κι εσύ μόνο από μακριά τη χαιρετάς με σεβασμό. Δεν την επέλεξε όμως τη μοναξιά. Κι ας λέει. Καταδικάστηκε σε αυτή. Τα δάκρυά της έχουν δημιουργήσει ένα λεπτό στρώμα πάγου γύρω της, όπου όποιος τολμήσει και το περπατήσει θα χαθεί σε ένα μαύρο κενό, βαθιά στην άβυσσο της ύπαρξής σου. Έτσι λένε οι μύθοι βέβαια. Γιατί δεν το τόλμησε ποτέ κανείς για να μάθει την αλήθεια. Ούτε κι εσύ ο ίδιος.

Ο Χειμώνας είναι ένας άνθρωπος, ένας Θεός, ένα παιδί που γνωρίζει πως το λευκό δε σηματοδοτεί το τέλος ή την άγνοια. Αυτά ισχυρίζονται μόνο όσοι δεν τολμούν να κάνουν το άλμα πίστης που τους πρέπει. Είναι ένα μάθημα. Δεν τρελαίνει το νου. Δεν φυλακίζει. Απελευθερώνει. Το λευκό του, γίνεται ο καμβάς δημιουργίας για τα μελλούμενα, με μοναδική προϋπόθεση πως ο δημιουργός θα έχει ανοίξει διάπλατα τις πόρτες του μυαλού του, εξορίζοντας μια για πάντα τους φόβους και τις επίγειες, φτηνές προσκολλήσεις του.  Και μ’ αυτή τη σκέψη, θα καταφέρει να επιβιώσει ως το τέλος της εποχής, είτε το καταφέρει στην πράξη είτε όχι. Αυτό είναι ελπίδα. Και ίσως κάποτε, να βρει το θάρρος  να τρέξει πάνω στο λεπτό στρώμα πάγου, να αγκαλιάσει την ψυχή του, τη Νεράιδα του, να γίνει ένα μ’ αυτή, και μαζί της να ανθίσει.

Ο Χειμώνας είναι μετάβαση. Είναι ένα απαραίτητο σκαλοπάτι, το προ-τελευταίο μιας ανοδικής σκάλας, που ανεβαίνεις καιρό. Μπροστά σου είναι μια πόρτα που μυρίζει Σπίτι. Στο χέρι σου είναι το αν θα πάρεις τα απαραίτητα μαθήματα από το σκαλοπάτι που στέκεσαι, και αν θα είσαι έτοιμος να μεταβείς στο πλατύσκαλο της νέας σου ζωής. Τι έχεις να χάσεις άλλωστε; Τίποτα. Ή θα κερδίσεις, ή θα πάρεις ακόμα ένα μάθημα για να συνεχίσεις τη ζωή σου. Γιατί θα τη συνεχίσεις.

Χειμώνας στην εξώπορτά μου. Πάω να του ανοίξω, να τον αφήσω να μπει. 
Είμαι έτοιμη και δεν θέλω να περιμένει. Ούτε εγώ.



Τα λέμε την Άνοιξη.





~Λ~


Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Φθινόπωρο.


Ανοίγεις τα μάτια σου, και βρίσκεσαι σε ένα πανέμορφο τοπίο, κάπου απομακρυσμένα...βροχερό τοπίο. Μια μεγάλη λίμνη στο κέντρο και τριγύρω πανύψηλα, επιβλητικά βουνά παραδομένα στη μυστικιστική θαλπωρή της ομίχλης, να σε συντροφεύουν.  Η μυρωδιά της βροχής τόσο έντονη. Τόσο οικεία. Δε σε νοιάζει που βρέχεσαι. Το επιδιώκεις. Είναι θείο δώρο η βροχή, είναι και η κάθαρση των εσωστρεφών ανθρώπων. Σ' αυτή μπορούν να παραδώσουν τα δάκρυά τους δίχως να τους νοιάζει μήπως τους δει κανείς.  

Ο Χρόνος έγειρε να ξαποστάσει στην πλαγιά ενός βουνού και αποκοιμήθηκε. Τίποτα δεν αλλάζει τώρα εκεί. Απλά κάθεσαι, ανασαίνεις, παρατηρείς, γίνεσαι ένα με όλα. Και το μυαλό σου είναι έτοιμο να ανοίξει πανιά. Βλέποντας τις χιλιάδες στάλες που κατεβαίνουν από τον ουρανό και ενώνονται με τη λίμνη, θαρρείς πως κάποια άλλη λίμνη κάπου μακριά, σε κόσμους που ακόμα ανθρώπινος νους δεν έχει φανταστεί, έσκασε σαν πυροτέχνημα, διαλύθηκε σε εκατομμύρια σταγόνες, και ταξίδεψε στο χωροχρόνο να βρει το άλλο της μισό για να γίνει ένα με αυτό. Και μόλις το βρήκε, ξεκίνησε να κατευθύνει όλα της τα κομμάτια με ορμή καταπάνω του. Με πάθος, με λαχτάρα. Και με πόνο. Ένωση εραστών. Γλυκιά αναταραχή ο έρωτας, σαν ένα βροχερό τοπίο.

Και μετά από αυτή την απόλυτη στιγμή του όλα και του τίποτα, έρχεται με μια διστακτική μεγαλοπρέπεια η αγάπη. Όταν η καταιγίδα έχει πια κοπάσει και το τοπίο μυρίζει γαλήνη, οι δυο λίμνες έχουν ήδη γίνει ένα. Η στάθμη του νερού έχει ανέβει, οι δυο ουσίες ως δημιουργοί έχουν μετουσιωθεί σε κάτι εξ'ολοκλήρου νέο, και η αναταραγμένη επιφάνεια του νερού έχει ηρεμήσει. Ο Χρόνος ξύπνησε ξεκούραστος, έτοιμος να συνεχίσει τις περιπλανήσεις του στα βουνά, και διέταξε την ομίχλη να γίνει σύννεφο...να πάει ψηλά, όσο πιο ψηλά μπορεί, για να του δείξει το δρόμο προς την αγαπημένη του Αιωνιότητα. 

Ο καθένας το ταξίδι του σ' αυτή τη ζωή. 

Τώρα στην ήρεμη λίμνη μπορείς να δεις καθαρά -και ξεκάθαρα-  τον εαυτό σου με αγάπη. Δε θα μπορούσες αν δεν είχε έρθει η καταιγίδα. Όχι επειδή δε θα ήταν ήρεμα τα νερά. Επειδή δε θα σε είχε ταρακουνήσει κάτι. Κακό πράγμα η συνήθεια, δες πως έχει κάνει τους ανθρώπους. Κι αυτοί, με τη σειρά τους, είναι οι υπαίτιοι για το κακό όνομα που της έχει αποδοθεί: ρουτίνα. Γιατί αν δεν τέντωναν νωχελικά τα κουρασμένα τους κορμιά στη βολή της, τότε θα είχαν τη διάθεση και την παρατηρητικότητα να διακρίνουν ως και τις μικροσκοπικότερες αλλαγές. 

Δεν θα χρειάζονταν τυφώνες ολάκεροι.





~Λ~

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

28/6/14, 28/8/14, ...


Με τον καιρό θα συνειδητοποιήσεις πως ό,τι υπάρχει δικό σου έξω και γύρω από εσένα, που νομίζεις πως μπορείς να ελένξεις, μπορεί να συμβάλλει στην καταστροφή σου. Και θα το κάνει. Ό,τι υλικό αγαπάς, άψυχο ή έμψυχο, θα έρθει η στιγμή που θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου. Γι' αυτό σου λέω: Μην υπολογίζεις τίποτα έξω από εσένα. Και όχι, δεν εννοώ να γίνεις εγωιστής, γιατί και ο εγωισμός μια κτητικο-ελεγχόμενη αγάπη για το υπαρκτό σου Εγώ είναι, που το βλέπεις και ας μη το αγγίζεις...αγάπη κάθε άλλο παρά αληθινή ή ανιδιοτελής για την ακρίβεια. Κι αυτό μπορεί να σε καταστρέψει χειρότερα από όλα τα υπόλοιπα.

Αντιθέτως, ό,τι αγαπάς μάθε να το κάνεις Ιδέα και να το καταπίνεις, να θρέφεσαι από τα συστατικά του και να ζεις με αυτό, να σου χαράζει την πορεία ανοίγοντάς σου νέους δρόμους. Γιατί, όταν αυτό το κάτι είναι υπαρκτό στην υλική ζωή, φοβάσαι το χαμό του. Όταν όμως είναι φλόγα που καίει μέσα σου, γίνεται πνεύμα αθάνατο και κινητήρια ενέργεια. Γι' αυτό σου λέω. Μην αφήνεις τον εαυτό σου να γίνεται δέσμιος των ίδιων σου των "αναγκών"...αποδοχή, σημασία, αίσθημα του ανήκειν, του κατέχω, καθρεφτίσματα των σημαντικών αλλά και των λιγότερο σημαντικών Άλλων. Τι νόημα έχει η επίτευξη αυτών αν το μέσα σου είναι σε χαμηλότερα επίπεδα από το έξω σου; Κι όταν το μέσα σου ανέβει επίπεδα, τότε θα δεις πως το έξω σου δε θα σε νοιάζει με τον ίδιο τρόπο πια όπως κάποτε.

Κόψε τα δεσμά σου, και άσε τους καταπατητές του πνεύματός σου -συμπεριέλαβε και τον εγωιστικό εαυτό σου ως ένα τρίτο πρόσωπο έξω από το πραγματικό Εγώ σου σε αυτούς-, να προσπαθούν συνείδητα ή μη. Θα δεις. Θα μεταμορφωθούν σε άκακους ανθρώπους με θλιμμένα πρόσωπα, χαμένα στην απορία του γιατί εσύ να είσαι διαφορετικός από εκείνους. Ίσως η θλίψη τους μετατραπεί και σε θυμό, όταν θα συνεχίζουν να προσπαθούν να σε ενσωματώσουν στη μάζα τους αλλά εσύ θα χαμογελάς συμπονετικά και θα μένεις ακλόνητος συνεχίζοντας την πορεία σου.

Και τότε θα τους εξυψώσεις: Θα τους μεταμορφώσεις σε Ιδέα, θα τους ονομάσεις συγχώρεση,θα τους καταπιείς και θα χτίσεις λίγο ακόμα το πνεύμα σου, δίνοντάς του το μάθημα της Αγάπης και της Αποδοχής. Γιατί τελικά ό,τι δεν μπορεί να σε "δει", δεν μπορεί και να σε βλάψει. Γίνε λοιπόν αυτό που είσαι αλλά οι άλλοι δεν βλέπουν σε εσένα, και ζήσε απελευθερωμένος για το υπόλοιπο της ζωής σου. Σταμάτα, από αυτή τη στιγμή κιόλας, την αυτοκαταστροφή σου.





~Λ~

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Πλάι σου.


Τι σου' λαχε να θυμηθείς τραγούδια περασμένα
Τι να το κάνεις θα σου πω όσο κι αν με ρωτάς
Αν τ' όνειρο που αγάπησες σ' οδήγησε στο ψέμα
Αφού  το απαρνήθηκες για πολλοστή φορά.

Μέσα στα μάτια σου οι καημοί καράβια αραγμένα
Ερείπεια φαντάσματα μιας άλλης μας ζωής
Τότε που οι δυο καρδούλα μου δαμάζαμε δαιμόνια
Μα παίρνοντάς τους τη ζωή χαθήκαμε κι εμείς.

Όσο κι αν λες καλύτερα να είμαστε πια χώρια
Ό,τι κι αν λες και ας πονώ τη μάχη θα νικώ
Μόνο μου πάντα μέλημα τα μάτια μου όταν κλείνω
Ειν' το πρωί τα μάτια σου να βλέπω σαν ξυπνώ.

Πλάγιασα με τους φόβους σου και γίνανε δικοί μου
Ένιωσα μέσα στην καρδιά το δάκρυ που κυλά
Όταν μελαγχολείς, κι εγώ ο παρατηρητής σου
Που μάταια κατηγορείς πως δε σε ξέρω πια.

Μη τη φοβάσαι τη σιωπή κάτσε και άκουσέ την
Πάντοτε κάτι θα σου πει αν την αφουγκραστείς
Αφού μιλάει αληθινά και μέσα στην ψυχή σου
Με λόγια που αντιλαλούν στις πιο κρυφές γωνιές.

Όσα κι αν έρθουν μάτια μου μη φοβηθείς το φως σου
Αυτό που κρύβεις μέσα σου να μη το βρεί κανεις
Άστο να βγεί ν' αναδυθεί και στάσου τώρα μπρος μου
Οι δυο ν' ανέβουμε ψηλά σαν άγγελοι θνητοί.



~Λ~



Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

Σ. Σαμέλη - Από τη συλλογή "Μια βόλτα στα σύννεφα"




"Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν σκυφτοί
Σα να κρατούν στους ώμους τους ολάκερο το σύμπαν…
Κοιτάζουν πάντα χαμηλά, τον ήλιο δεν τον βλέπουν
Πώς να τον δούνε μάτια μου;
Πώς να τον δεις τον ήλιο αν δε σηκώνεις το κεφάλι σου ψηλά ...

Γι'αυτό δεν είναι εύκολο να δεις το πρόσωπό τους...
Κανέναν δεν κοιτάζουνε
Κι αν τους ρωτήσεις, θα σου πουν, αόρατοι πως νιώθουν
Γι'αυτό κι εκείνοι δεν κοιτούν
Βλέπεις, θαρρούνε μάτια μου πως κι οι άλλοι δεν τους βλέπουν
Όμως ποτέ τους δε μιλούν…

Μα αν καταφέρεις και τους δεις και τους κοιτάξεις πιο καλά
Τότε θα δεις τι κουβαλούν βαθιά μεσ'την ψυχή τους...
Θλίψη που καθρεφτίζεται στα σκυφτά μάτια τους
Πίκρα, που ζωγραφίζει το βουβό βλέμμα τους
Σιωπή, που σφίγγει τα στεγνά χείλη τους
Μοναξιά, που ασχημαίνει το πρόσωπό τους
Μην απορήσεις μάτια μου
Η μοναξιά ασχημαίνει τους ανθρώπους...

Μη φοβηθείς και φύγεις!
Το δύσκολο ήταν να τους δεις
Πλησίασέ τους… μίλα τους
Μα να'σαι υπομονετικός
Μην αισθανθούν τη λύπη σου
Κρύψε την ενοχή σου που δεν τους είδες πιο νωρίς
Πώς να το κάνεις μάτια μου αν δεν κοιτάζεις χαμηλά;
Πρέπει να νιώσεις μοναξιά για να κοιτάξεις σαν κι αυτούς
Να αισθανθείς πως είσαι εσύ… ή ίσως κάποιος που αγαπάς...
Μα αν γίνει έτσι μείνε ...
Νιώσε τον πόνο τους, τη μοναξιά, μόνο μη νιώσεις οίκτο
Είναι περήφανοι πολύ,κι αν νιώσουνε τον οίκτο σου
Πιότερο θα λυγίσουν...

Λένε πως όσοι είναι σκυφτοί
μέσα τους θέλουνε να μπουν, στη μήτρα που τους γέννησε
Εκεί που νιώθαν ασφαλείς...
Στον κόσμο εκείνο το μικρό που διπλωμένος μόνο αντέχεις
Μα αντέχεις την αγάπη του κι αυτή είναι μεγάλη
Γι'αυτό ποτέ δεν την ξεχνάς…
Πώς να το κάνεις άλλωστε;
Δεν ξεχνιέται η αγάπη μάτια μου, μόνο πονάει αν δεν την έχεις

Γι'αυτό θέλουν να ξαναμπούν στον κόσμο εκείνο το μικρό
Είναι μεγάλος τούτος 'δω...κακός και άδικος, ψυχρός,
Χωρίς στάλα αγάπη
Πώς να τ'αντέξει όλα αυτά ένα σκυφτό κεφάλι;

Μην απορήσεις αν σουν πουν πως η ζωή τους είναι εντάξει
Τι περιμένεις να σου πουν; πως έχουν μάθει να'ναι μόνοι;
Δε μαθαίνεται μάτια μου αυτό, μα συνηθίζεται πικρά

Λένε πως είσαι δυνατός αν έχεις μάθει ν'αγαπάς
Μα γίνεσαι πιο δυνατός αν έχεις μάθει την αγάπη να αντέχεις
Κι αυτό μαθαίνεται ευτυχώς!

Γι'αυτό μην ψάχνεις τι να πεις καθώς θα τους κοιτάζεις
Χάιδεψε απλά τα μάτια τους με γέλιο απ'την καρδιά σου
Βλέπεις, η θλίψη δεν κοιτά τα μάτια που γελάνε
Μίλα τους μόνο απ'την καρδιά και χαμογέλασέ τους
Μην πεις μια λέξη... τίποτα
Μονάχα ακούμπησέ τους

Μην εκπλαγείς σαν τεντωθούν...
Πρόσεξε, μην τρομάξεις!
Πήρες από το βάρος τους κι ισιώνει το κορμί τους
Μην εκπλαγείς όταν σε δουν
Θα σε κοιτάξουν μ'έκπληξη, μα θα χαμογελάσουν…
Δειλά...πριν το κεφάλι τους σηκώσουνε ψηλά
Στον ουρανό…

Ίσως τα μάτια κλείσουνε...
Γιατί θα τους θαμπώσει, το φως του ήλιου που θα δουν
Γιατί θα θυμηθούνε, το φως που είχαν στην καρδιά
Κι ίσως και να δακρύσουν
Μα θα 'ναι δάκρυα από χαρά
Και τότε, θα μιλήσουν .... "




Στέβη Σαμέλη (2012)

Α.Παπαδάκη - Απόσπασμα


"Είναι άνοιξη! Απόβραδο. Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να κουβαλήσει τόση ομορφιά. Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι.
Φουσκώνουν οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν οι σπόροι μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει αρκετό νερό να ποτιστούν.
Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δεν θα είχαν άλλες φωλιές για να κρυφτούν. Όταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το 'κανα. Λυπήθηκα τ' αδέσποτα, που διψούσαν.
Τώρα... Τώρα, πώς να φυτρώσουν οι βολβοί; Πως να ποτιστούν τα όνειρα...
Παρ' όλα αυτά, δεν λέω πως δεν βρίσκω κάποιες λύσεις. Πάντα υπάρχει ένα ξεχασμένο, άδειο κονσερβοκούτι στην ψυχή μου. Με φτάνει για να φυτέψω ένα λουλούδι, εποχιακό.

-Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο πλάσμα επί της γης, που να υπηρετεί και να λατρεύει τόσο το εφήμερο όσο εσύ! μου είπε κάποτε ένας εραστής μου.

-Αμέ Υπάρχει. Οι πεταλούδες! του απάντησα."



Αλκυόνη Παπαδάκη



Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Κοίταξε λίγο στα χαμηλά, σαν αντικρίσεις ουράνιο τόξο.


Δε τους κακολογώ. Είναι πιθανό να υποθέτουν πως αρκεί μια μικρή παραμέριση εγωισμού για να διορθώσει όλα όσα έγιναν. Σαν το φιλί του Ιούδα που τόσα χρόνια έχεις συνηθίσει να παίρνεις για αγάπη, γιατί αυτό ξέρουν να προσφέρουν. 'H σαν το ουράνιο τόξο μετά από την καταιγίδα, που βγαίνει με τη θέλησή σου απ'τα δικά σου στήθια, ξεσκίζοντάς τα βίαια για να απλωθεί στον ουρανό και να προσφέρει την ανακούφιση σε όσους το βλέπουν...κι εσύ, ας πονάς. Καλύτερη η καταιγίδα, θα σκεφτείς...εκεί τουλάχιστον ψάχνεις τρόπους να επιβιώσεις και να ανταπεξέλθεις. Δεν ελπίζεις πως δήθεν κάποια χρώματα θα μηδενίσουν το δείκτη της (μάλλον, αυτο-)καταστροφής σου. Και αιμορραγείς...και αιμορραγείς...και αδειάζεις. Ώσπου αναπόφευκτα κάποια στιγμή, κάτι μικρό παραδίνεται και ξεψυχά μέσα σου.

Όμως αντί να το θρηνίσεις, να πενθήσεις γι'αυτό, έπειτα να του αφήσεις μερικά αγριολούλουδα και να σηκωθείς τινάζοντας τα γόνατά σου και να πας παρακάτω, επιλέγεις να ενδιαφερθείς περισσότερο για τον άλλο...για το φονιά που άφησες να σε κάνει συνεργό στην αυτοχτονία σου. Για εκείνον, που το φιλί του ήταν πιο κοφτερό και από φρεσκοακονισμένο μαχαίρι. Πως είναι; Τι νιώθει; Αλλού η προσοχή. Γιατί όπως και να'χει κανείς δε θέλει να σκαλίζει τα πεθαμένα, από φόβο μη πάρουν και πάλι φωτιά οι σκέψεις και γίνει ολοκαύτωμα.

Έτσι κι εσύ καταλήγεις να βλέπεις από μακριά όλα σου τα πεθαμένα να παρακαλάνε σχεδόν για λίγη σημασία, και είσαι πάντα εκεί -εξ'αποστάσεως- χωρίς να τ'ακουμπάς, πάντα με μάτια φευγαλαία μη τυχόν τους προσφέρεις ένα βλέμμα συμπόνοιας... Στέκουν εκεί παντοτινά σαν ζωντανοί νεκροί ανήμποροι να αναπαυθούν εν ειρήνη. Τα αφήνεις να σε στοιχιώνουν. Θαρρείς πως δε σε νοιάζει...θαρρείς πως με το να δώσεις στον άλλο το συγχωροχάρτι σου, όλα σου τα πεθαμένα θ'αναστηθούν από μόνα τους και θα εξασφαλίσουν μια θέση στον παράδεισο. Γιατί, πόσες φορές θα στο λέω πια; Κουράστηκα. Το φιλί του Ιούδα είναι. Όχι το φιλί της ζωής...

Μπράβο σου...τα κατάφερες. Ατίμωσες πάλι τους νεκρούς σου. Κοιμήσου τώρα ήσυχα, και από αύριο φόρα πάλι τα χρωματιστά σου ρούχα, το στραβό χαμογελάκι σου και την ελπίδα στο βλέμμα πως όλα είναι όπως εκείνο το βράδυ. Τότε που κοιτούσες τα αστέρια ώρες ολόκληρες, και ένιωθες πως ο ουρανός δε χρειάζεται το ουράνιο τόξο σου για να χαρίζει ευτυχία. Ξέρει να αγκαλιάζει όλους όσοι γνωρίζουν από μόνοι τους πού να κοιτάξουν.

Να, τέτοιους ανθρώπους ψάξε. Ή έστω, για τέτοιους ανθρώπους έχε τα μάτια σου ανοιχτά. Γι' αυτούς που, θα είχε νόημα να δείξεις ένα ουράνιο τόξο αλλά δε θα χρειαζόταν ποτέ να το κάνεις...


~Λ~



Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Το Αντίο που ξεψύχησε στις άκρες δυο ματιών.



Ίσως τελικά αυτός να είναι ο πραγματικός αποχαιρετισμός...το πραγματικό αντίο. Όταν κάθεσαι απλά στον ίδιο χώρο με τον άλλον και δε μπορείς να πεις κουβέντα.  Τον κοιτάς, σε κοιτάει, και νιώθεις αυτό το σφίξιμο στο στομάχι σου.

Σκέφτεσαι τόσα πράγματα εκείνη τη στιγμή. Σκέφτεσαι ότι θες να κλάψεις, να φωνάξεις, θες να τον αγκαλιάσεις σφιχτά και να τον κάνεις ένα με 'σένα για να μη σου φύγει ποτέ...αλλά παραμένεις εκεί, σταθερή στη θέση σου. Χαμογελώντας, ακόμα κι αν αυτό που έμαθες -παρ'όλο που το ήξερες από καιρό- δεν σου άρεσε.

Για να δείξεις ότι είσαι καλά. Γιατί τον νοιάζεσαι. Για να ξέρει ότι φεύγει και σ' αφήνει καλά. Και σου το λέει...ξέρεις ότι δεν είναι χαζός, σε ξέρει πολύ καλά για να μπορέσεις να του κρυφτείς. Σε ρωτάει γιατί θέλεις να του δώσεις αυτή την εικόνα, ενώ άλλη είναι η πραγματικότητα. Και του λες ότι, έχεις παίξει ήδη τόσες πολλές φορές αυτό το έργο σε παραλλαγές στο μυαλό σου...και μόνο αυτό το σενάριο δεν έχει παιχτεί. Της σιωπής. Κι έτσι γίνεται πάντα...έρχεται σαν την θαμπή ελπίδα σε ένα κουτί που η Πανδώρα σε καταδίκασε να μην ανοίξεις ποτέ.

Το σενάριο της σιωπής που τα λέει όλα: το σώμα σου, η στάση σου το βλέμμα σου...
Περισσότερο ευλαβική από κάθε άλλο λόγο. Από κάθε άλλη λέξη.
Καρτερική, συμπονετική, οργισμένη, θυμωμένη, πονεμένη, στενοχωρημένη, ακατανόητη.
Και να θες να του πεις να μη φύγει γιατί θα μείνεις μόνη και φοβάσαι πολύ όταν μένεις μόνη, να θες να του πεις ότι έχεις θυμώσει μαζί του, και άλλα τόσα πράγματα που σε πνίγουν...ότι θες να τον ξαναδείς, ότι θες να ξέρεις πως έχεις κάπου ν'ακουμπήσεις.
Σε ανησυχεί το μετά.

Και τελικά, σαν αυτές οι σκέψεις να μην έγιναν ποτέ, κάθεσαι απλά εκεί στην απόσταση ασφαλείας σου, περιμένοντας κάτι από εκείνον. Κάτι. Μια λέξη λυτρωτική που θα σε λύσει, που, σα σφυρί με ένα απαλό χτύπημα θα σπάσει το γερό σου φράγμα ελευθερώνοντας το χείμαρρο των ματιών σου, δίνοντας μορφή και διαφυγή στις ταλαιπωρημένες σου φαντασιώσεις. Κι έτσι θα λυτρωθείς, θα ανακουφιστείς, θα ανασάνεις. Αλλά όχι. Όπως στέκεται εκείνος, στέκεσαι κι εσύ. Και είναι μόλις λίγα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που στο είπε, που στο μυαλό σου όμως αυτά έχασαν το μέτρημα κι έχουν πάρει τη μορφή αιωνιότητας, δίνοντας ζωή σε δυο δυνάμεις αμφίδρομες και αντίρροπες, αδιάκοπα συγκρουόμενες παλεύοντας να φέρουν την αλλαγή. Την αλλαγή, που τόσο απαραίτητη είναι για να μας κρατάει ζωντανούς όσο και για να μας σκοτώνει λίγο λίγο καθημερινά. Αναπόφευκτο μεγαλείο, όπως η ίδια η Ζωή και ο Θάνατος.

 Και εσύ συνεχίζεις σχεδόν νωχελικά και ανέκφραστα να κάθεσαι εκεί, απέναντί του, με μόνη ένδειξη ζωής ανάμεσά σας τις ανάσες σας. Ακίνητοι και παγωμένοι φαινομενικά, ενώ σε ένα παράλληλο σύμπαν έχεις ήδη φύγει από το σώμα σου, έχεις πάει κοντά του σαν αερικό και χαϊδεύεις το μάγουλό του, γυρνάς γύρω του αιωρούμενη, τον κοιτάς με παράπονο όσο εκείνος κοιτάει το ακίνητό σου σώμα απέναντί του...και την ίδια στιγμή τον σπρώχνεις και του επιτίθεσαι...δε νιώθει τίποτα απ'όλα αυτά. Δε νιώθει τίποτα λες. Αλλά είσαι σίγουρη πως κι εσύ τριγυρίζεσαι από το δικό του αερικό. Και με αυτή την ιδέα ως βάλσαμο στην πονεμένη σου ψυχή επιστρέφεις στο σώμα σου, επιστρέφεις στο εδώ και στο τώρα σου.

Συνειδητοποιείς ότι τόσο πολύ ζεις στις σκέψεις σου, που κάπου χάνεις τα όρια του πραγματικού. Όλα αυτά είναι μέσα το μυαλό σου...τίποτα από όσα στο νου δίνεις ζωή, δεν έχει γίνει. Και είναι που εκεί στη σιωπή αφήνεις τελικά τα μάτια να κάνουν όλη τη βρωμοδουλειά, αυτήν που ο εγωισμός σού απέρριψε για 'σένα σε μια του προσπάθεια να σε προστατεύσει...σπρώχνοντας πρώτος το μαχαίρι στις ανοιγμένες σου πληγές.

Και τελικά καταλαβαίνεις τα πάντα ακόμα κι αν δεν έχεις πει τίποτα. Γιατί η σιωπή ακούγεται περισσότερο από κάθε άλλο λόγο. Η σιωπή, ειδικά όταν ξεστομίζεται από καθαρή απόγνωση, ακούγεται δυνατότερα από κάθε άλλη κραυγή.

Με έναν αναστεναγμό σαν κύκνειο άσμα μέσα σε αυτές τις απειροελάχιστες στιγμές πριν από το θάνατό σου, είσαι -μάλλον- σίγουρη πως όλα όσα ήθελες να πεις, τελικά τα είπες.




~Λ~




Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Στο δρόμο της επιστροφής...


Σήμερα ήταν μια περίεργη ημέρα. Απο αυτές που λες ότι ταρακουνάνε κάτι μέσα σου, κάτι μικρό, που όμως αλλάζει εντελώς την ύπαρξή σου. Και όπως γίνεται και στην ψυχοθεραπεία, που τα σημαντικά "έρχονται" στο τέλος της συνεδρίας -έτσι για να έχεις δουλειά για το σπίτι, έτσι και σήμερα το γεγονός που ακολουθεί έγινε βράδυ, μετά από μια γεμάτη μεν αλλά ευχάριστη ημέρα.

Γυρνούσα λοιπόν στο σπίτι εξαντλημένη, όπως γίνεται το τελευταίο διάστημα για κάποιο λόγο, φορώντας τα ακουστικά μου και ακούγοντας μουσική. Περίμενα το λεωφορείο απομακρυσμένη από τη στάση ως συνήθως, ακουμπώντας σε κάποιο κτίριο και χαζεύοντας τον κόσμο. Η μουσική έντυνε σχεδόν κινηματογραφικά την εικόνα, σαν αυτές τις σκηνές από μελαγχολικές ταινίες που ο πρωταγωνιστής παγώνει το χρόνο μέσα του και στοχάζεται, ενώ όλα γύρω του συνεχίζουν να κυλάνε με γρήγορους ρυθμούς. Από εκείνες τις στιγμές που, αν κάτι έχει πραγματικό νόημα δε το κοιτάς μόνο αλλά το βλέπεις κιολας. Μικροπράγματα που υπό άλλες συνθήκες σίγουρα θα αγνοούσες μες τη φούρια και τη βιασύνη σου.

Και βλέπω κάτι ξεχωριστό. Ένα ζευγάρι, όχι παραπάνω από 25 χρονών, να εκφράζει μεταξύ του πιθανώς κάποια διαφωνία. Τους κοίταζα από μακριά και ίσως, χωρίς υπερβολή, ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα μια τόσο αληθινή επικοινωνία. Ο τρόπος που κοιτάζονταν, που στέκονταν, που πλησίαζαν ο ένας τον άλλο και χαμογελούσαν μετά τη διαφωνία, φώναζε, πραγματικά είχε φωνή και μιλούσε και ήταν τόσο αληθινός! Θα μου πεις, ακούγεται πολύ κοινό. Κι όμως όχι. Κάτι ταίριαζε...με τη μουσική, με το κινηματογραφικό τοπίο, με τα φώτα των δρόμων...ίσως με το συναίσθημα το μελαγχολικό, που όσοι το νιώθουν ζουν τόσο έντονα, που άλλοι στη σκέψη και μόνο τρομάζουν.

Η κοπέλα με επιδεξιότητα που θα ζήλευε μπαλαρίνα, και με μια εξωλεκτική επικοινωνία μοναδική, του έδειχνε πως πραγματικά τον αγαπά, τον εμπεριέχει με ένα της βλέμα, κι εκείνος, σαν στρατιώτης που μόλις γύρισε από μάχη, που έπαιζε τη ζωή του κορώνα γράμματα όμως την είχε ασταμάτητα στο μυαλό του, την τραβούσε τρυφερά προς το μέρος του και τη φιλούσε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά, διατάζοντας τη διαφωνία που τους είχε ταράξει τα νερά να φύγει μακριά τους τρέχοντας. Είχε κάτι το διαφορετικό αυτό το ζευγάρι...και βγάζοντας τα ακουστικά, συνειδητοποίησα πως επανήλθαν στα αφτιά μου οι άσχημοι ήχοι της πόλης: κορναρίσματα, ήχοι εξατμίσεων, βήματα στις κακοστρωμένες πλάκες του πεζοδρομίου -μόνο. Από το ζευγάρι που συνέχιζε να εκφράζεται ανενόχλητο μεσα στο πλήθος, δεν ερχόταν τίποτα...

Πόσο έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε επιλεκτικά τις αισθήσεις μας...Πόσο χάνουμε μέσα στην καθημερινότητά μας όλα όσα αξίζουν, και πολύ πριν το καταλάβουμε μένουμε με ένα μεγάλο κενό να το κουβαλάμε δυο-δυο ή ο καθένας μόνος του. Και μένουμε σε αυτό που λέγεται επιφάνεια, χάνοντας όλη την ουσία. Όταν δεις, όταν πραγματικά ανοίξεις τα μάτια σου και δεις, τον τρόπο που σαν λύκοι στην πανσέληνο ούρλιαζαν σ'αγαπώ ο ένας στον άλλο μέσα από τη σιωπή τους, τί να την κάνεις πια τη γνωστή σου σιωπηλή φασαρία που δεν έχει τίποτα παραπάνω να πει από τα συνηθισμένα; Όταν δεις με τα μάτια σου το πώς δυο σώματα μπορούν να χορέψουν σε μια μουσική που μόνο αυτά μπορούν να ακούσουν, τόσο αυθεντικά που σχεδόν θυμίζει επικοινωνία βρέφους με τη μητέρα του, αρχίζεις και αναρωτιέσαι τι είναι πραγματικά έρωτας. "Αφού δεν έχουν άλλο τρόπο" είπε κάποιος γνωστός μου που, βέβαια, δεν ήταν μπροστά. Δικαιολογίες, θα τολμήσω να πω. Κι αν είναι αλήθεια, γιατί όσοι έχουμε αυτό τον "άλλο τρόπο" δεν εκπέμπουμε τα ίδια δυνατά συναισθήματα με αυτά που αντίκρυσα αυτό το βράδυ;

Έχουν περάσει κάμποσες ώρες και έχει κορεστεί μέσα μου, τόσο που το έχω πια σκεφτεί. Και ίσως κανείς να απορήσει για το λόγο που επέλεξα να γράψω γι'αυτό... Συγκινήθηκα. Και πριν προλάβουν να φανούν δάκρυα, έσπευσα να τα σκουπίσω πριν "ξεσκεπαστώ" εκεί, μπροστά σε όλους. Και αυτή είναι η διαφορά μας...εμείς, λοιπόν, που έχουμε "άλλο τρόπο", καταλήγουμε να ντρεπόμαστε για την αυθεντικότητά μας γιατί δεν έχουμε δικαιολογία, γιατί έχουμε άλλους τρόπους, άρα πρέπει να μάθουμε να γινόμαστε ένα με τους πολλούς για να μη γίνουμε αντικείμενο σχολιασμού. Μέχρι κάποιος να δει εκεί που κοιτάζει και να προβληματιστεί. Μέχρι, να ποθήσει τόσο να ζήσει αυτό τον σιωπηλό χορό που φωνάζει σε όλα τα χρώματα που μπορεί κανείς να φανταστεί, που είναι Δικός Τους, και που κανείς πρέπει να προσπαθήσει αρκετά για να δει από την κλειδαρότρυπα μιας πόρτας ορθάνοιχτης, η οποία τελικά οδηγεί σε έναν τόσο διαφορετικό αλλά και τόσο ίδιο κόσμο με αυτόν που έχω μάθει να ζω...

Τα λόγια στερεύουν...Εύχομαι μέσα από την ψυχή μου και όλο μου το Είναι, να υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι εκεί έξω σαν αυτούς τους δυο που είχα την τιμή να συναντήσω στο δρόμο της επιστροφής. Ευχαριστώ για το φως που σκορπίσατε απλόχερα στο κουρασμένο μας σκοτάδι.
Καληνύχτα.



~Λ~

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Άχραντος εξαγνισμός.


Ήθελα να είμαι κάτι παραπάνω.
Ήθελα να μπορώ να οσμίζομαι φωνές, να ακούω χρώματα, να βλέπω μυρωδιές και να ζω με όλες μου τις αισθήσεις από την αρχή, ξεχνώντας όλα όσα μου δίδαξαν κάποτε.

Το έκανα.
Έγινα κι εγώ ένας από εκείνους τους ασύμμετρους, διάχυτους και σκόρπιους, που άλλα είναι τα σημαντικά γι'αυτούς, και που τους συναντάς τυχαία στο δρόμο ένα βράδυ, τους κοιτάς από απόσταση λίγο στραβά και τους λυπάσαι για την παιδική αφέλεια που φαίνεται να κουβαλούν. Παραβλέποντας ίσως -και μάλλον σκόπιμα- το γεγονός πως αυτοί είναι οι πιο ευτυχισμένοι απ'όλους. Και κοιτάς αλλού, γιατί το φως που εκπέμπουν σου θολώνει όχι τα μάτια, αλλά το μυαλό. Και τους λυπάσαι... Ειρωνεία.

Εκείνους, που ζουν με το βάρος των λογικών στις πλάτες τους, των τετράγωνων στις σκέψεις και στις μυρωδιές τους, ότι τάχα μου και δήθεν το μυαλό έχει ξεφύγει και δεν έχει γυρισμό. Ότι τάχα μου και δήθεν τα πράγματα δεν είναι "έτσι" αλλά "έτσι". Ανυποψίαστοι άνθρωποι-καθρέφτες έτοιμοι να σπάσουν σε μικρά μικρά γυαλιά από πρόθυμους υποψήφιους νάρκισσους, που αποφαίνονται πως κάτι δεν πάει καλά με αυτό που βλέπουν. Γιατί ο άλλος είσαι πάντα εσύ. Και τι πλήγμα, αυτό που βλέπεις να σου χαλάει την αισθητική...Ασταμάτητη κατολίσθηση και βουητό μέσα σου μέχρι να στρέψεις αλλού τα μάτια. Μετά μένεις με τα χαλάσματά σου στη σιωπή, να σου θυμίζουν τι θα συμβεί αν ξαναδώσεις σημασία.

Όμως κοίτα τους τρελούς!
Συντονισμένοι σε μιαν άλλη συχνότητα και συνοδοιπόροι σε μια νέα πραγματικότητα που μόνο να μάθουν να τη ζουν όπως της πρέπει προσπαθούν, όπως άλλωστε ιδανικά συμβαίνει και με κάθε τι άγνωστο που μας επιλέγει να ζήσουμε μαζί του, αυτοί λοιπόν, πασχίζουν να επιβιώσουν σε μια κοινωνία-σπήλαιο μαζί με τους "άλλους" που βλέπουν τις σκιές μα τρέμουνε τις φλόγες.

Αυτή η νέα πραγματικότητα αφήνει τόσο περίεργες σκιές στους τοίχους των λογικών, των τετράγωνων στις σκέψεις και στις μυρωδιές τους, και, τόσο πολύ τους τρομάζει αυτό το αφύσικο θεατράκι σκιών που κλείνονται στα μικρά λογικά τους κουτάκια και κλειδαμπαρώνονται, φοβούμενοι να σκεφτούν έξω και πέρα από αυτά. "Αν σε αποδεχτώ, φοβάμαι πως θα με καταπιείς" ψιθυρίζουν και τρικλίζουν. Γιατί ο άλλος, θες - δε θες, είσαι πάντα εσύ.

Η Κάθαρση τελικά μου λες, είναι προνόμιο των λίγων: αυτών που υψώνουν το ανάστημά τους μπροστά στη φωτιά, που δε φοβούνται να καούν, που στιγματίζονται και δακτυλοδείχνονται από όσους είναι καταδικασμένοι να ζουν για το υπόλοιπο της ζωής τους στο ημίφως...
Και ο εξαγνισμός προνόμιο αυτών που οι σκιές τους πια δεν υπάρχουν, έχουν εν ψυχρώ εξοριστεί από τους ίδιους στα τελευταία απειροελάχιστα κλάσματα ζωής των πιο μικρών φωτεινών αστεριών, κάμποσα παραμύθια μακριά από εδώ...για να μη μπορεί κανείς να τις φέρει πίσω ξανά.



~Λ~


Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Το αμάρτημα μιας ακούσιας θέλησης για επιβολή.


Και τι γίνεται σαν σπάσουν τα δεσμά;
Όταν, το μεγάλο κελί πια παραβιάζεται από τα μέσα
και ο δραπέτης επιτέλους σέρνεται στον έξω κόσμο...όμως
η ταλαιπώρια του που πλέον -μαζοχιστικά- περνιέται για χαρά, είναι τόσο μεγάλη
για να δει πως είναι κλεισμένος στο δικό του μικρό χρυσό κελί.
Έρχεται η στιγμή που μια δίχως αρχή και τέλος αντιπαλότητα
με το φροντιστή και δεσμοφύλακά του, ξεκινά.
Που άρχισε και που τελειώνει;
Και άν ποτέ τελειώνει στ'αλήθεια.
Πόσο θα φθείρει την ψυχή αυτή η ατέρμονη προσπάθεια για Επιβίωση;
Γιατί καμία μαριονέτα της ίδιας, φαινομενικά έστω, ιστορίας,
δε βλέπει πέρα από τη δική της οπτική;
Κοιτάζοντας μια μύτη, η οποία μακραίνει και μακραίνει
σε κάθε τί που ο φανταστικός αλλά και ιδανικός Αντίπαλος ισχυρίζεται για ψέμα,
η ματιά ολοένα κι εγκλωβίζεται σε αυτό το αδιέξοδο.
Και ο εαυτός, εκείνος κλείνεται σε ασπρόμαυρες φούσκες ξεχνώντας τι υπάρχει εκεί έξω.
Σε ένα δικό του σύμπαν, σε μια δική του διάσταση.
Αιώνιος σκοπός η προστασία, που μάταια προσπαθεί να επιτευχθεί με την επιβολή
λες και ο άνθρωπος ήταν Αγρίμι σε μιαν άλλη του ζωή.
Άραγε ποια μοίρα άκαρδη τους έκανε τόσο επιρρεπείς στους φαύλους κύκλους;
Κύκλους, που αν μη τι άλλο
μόνο να τους απομακρύνουν προσπαθούν.
Και αυτό είναι το πιο θλιβερό από όλα:
τα καταφέρνουν.
Και όταν έρχεται η στιγμή της σύγκρουσης, τότε, ειδικά τότε,
λες και από το μεγάλο μπαμ θα βγει κάτι καλό,
οι φούσκες αυτές,
φτιαγμένες από το πιο εύθραυστο υλικό του πιο επίδοξου συναισθήματος
που όμως κρύβει μέσα του μια μαύρη στάλα γλυκόπικρης ματαιότητας,
στροβιλίζονται και παίρνουν φόρα -τόσο μεγάλη
θαρρείς και ο πιο γρήγορος θα βγεί ο κερδισμένος.
Ανόητοι.
Τα ίδια θρύψαλα μαζεύουμε μετά τη συντριβή.


~Λ~